Λατινοφραγκικός καί Ὀρθόδοξος πολιτισμός:
Οἱ βασικές διαφορές
Πρωτοπρεσβύτερου
πατρός Θεόδωρου Ζήση
Καθηγητού
Θεολογικῆς ΑΠΘ
Ἡ ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία καί ἡ ἀνεπηρέαστη ἀπό τούς δυτικούς ἱστορικούς μας ἔρευνα, ἀλλά καί τά ἴδια τά πράγματα,
δικαιολογοῦν τήν ἐπιλογή τῶν ὀρθοδόξων τόν 15ο αἰῶνα νά προτιμήσουν τήν
τουρκική κατάκτηση ἀπό τήν δυτικοευρωπαϊκή ἕνωση καί συμμαχία, ποῦ ἔθετε ὡς ὄρο γιά τή στρατιωτική
βοήθεια τήν πολιτιστική καί ἐκκλησιαστική ἔνταξη στόν παπισμό ἤ μέ σημερινούς ὅρους στήν Εὐρώπη. Οἱ σημερινοί πολιτικοί μας ἠγέται καί ἡ πνευματική ἡγεσία στήν πλειονότητά
τους, ὄχι μόνο δέν κατανοοῦν, ἀλλά καί ἐπικρίνουν ἐκείνη τήν προβληματική,
γιατί ἡ διαφοροποίηση
λατινοφραγκικού καί ὀρθοδόξου πολιτισμοῦ δέν ὑπάρχει πλέον καί ὅλοι στήν Ἑλλάδα ἐξωτερικά καί ἐσωτερικά φοροῦμε φράγκικα, εὐρωπαϊκά. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ἡ ἄγρυπνη καί φωτισμένη αὐτή ἑλληνορθόδοξη συνείδηση, ἡ μεγαλύτερη ἴσως μορφή τοῦ Ἑλληνισμοῦ μετά τήν Ἅλωση, καταλάβαινε καί
κατανοοῦσε πολύ καλά αὐτό ποῦ εἶχε πεῖ τότε, πρίν ἀπό τήν ἅλωση, ὁ Λουκᾶς Νοταρᾶς, τό «κρειττότερον ἐστιν ἐν μέσῃ τή πόλει ἰδέσθαι φακιόλιον τουρκικόν
ἤ καλύπτραν λατινικήν».
Θεωροῦσε εὐνοϊκή τή ρύθμιση γιά τή
διάσωση τῆς Ὀρθοδοξίας τό ὅτι μᾶς κατέκτησε ὁ Τοῦρκος καί ὄχι ὁ Φράγκος. Ἔλεγε: «Τριακοσίους χρόνους
μετά τήν ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ μᾶς ἔστειλεν ὁ Θεός τόν ἅγιον Κωνσταντῖνον καί ἐστερέωσε βασίλειον
χριστιανικόν καί τό εἶχαν Χριστιανοί τό
βασίλειον 1150 χρόνους. Ὕστερον τό ἐσήκωσεν ὁ Θεός ἀπό τούς Χριστιανούς καί ἔφερε τόν Τοῦρκον καί τοῦ τό ἔδωκε διά ἰδικόν μᾶς καλόν, καί τό ἔχει ὁ Τοῦρκος 320 χρόνους. Καί
διατί ἔφερεν ὁ Θεός τόν Τοῦρκον καί δέν ἔφερε ἄλλον γένος; Διά ἰδικόν μᾶς συμφέρον, διότι τά ἄλλα ἔθνη θά μᾶς ἔβλαπτον εἰς τήν πίστιν, ὁ δέ Τοῦρκος ἄσπρα ἅμα τοῦ δώσεις κάμνεις ὅ,τι θέλεις». Ὁ ἅγιος κουβαλοῦσε τότε καί ἐξέφραζε ἀνόθευτα καί ἀκέραια τήν παράδοση τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί τῆς Ὀρθοδοξίας· καυχιόταν γιατί
ἦταν ὀρθόδοξος καί μετέδιδε στόν
λαό αὐτή τοῦ τήν καύχηση· «Ὄλαι αἵ πίστεις, ἔλεγε, εἶναι ψεύτικες· τοῦτο ἐκατάλαβα ἀληθινόν, ὅτι μόνη ἡ πίστις τῶν ὀρθοδόξων Χριστιανῶν εἶναι καλή καί ἁγία, τό νά πιστεύωμεν καί
νά βαπτιζώμεθα εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τοῦτο σᾶς λέγω τώρα· νά εὐφραίνεσθε ὁπού εἶσθε ὀρθόδοξοι Χριστιανοί καί νά
κλαίετε διά τούς ἀσεβεῖς καί αἱρετικούς ὁπού περιπατοῦν εἰς τό σκότος».
Ἄς δοῦμε ὅμως σύντομα ποιές εἶναι οἱ ἀξίες τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ σέ σχέση μέ τίς ἀξίες τοῦ ὀρθοδόξου πολιτισμοῦ καί ἄν ἀληθεύει πράγματι αὐτό ποῦ σύγχρονοι εὐρωπαϊσταί ἰσχυρίζονται. Στήν
προσπάθειά τους νά μᾶς πείσουν οἱ τελευταῖοι ὅτι δέν διαφέρουν οἱ δύο πολιτισμοί προβάλλουν
τή θέση ὅτι ὁδεύοντας πρός τήν Εὐρώπη, ὁδεύουμε πρός τόν ἴδιο μας τόν ἑαυτό, συναντοῦμε ἐμᾶς τούς ἴδιους, ἐπιβεβαιώνουμε τήν αὐτοσυνειδησία μας. Εἶναι ὅμως ὁ ἴδιος ὁ εὐρωπαϊκός πολιτισμός μέ τόν
δικό μας, τόν ὀρθόδοξο πολιτισμό;
Κατ’
ἀρχήν ἕνα βασικό στοιχεῖο ποῦ διαφοροποιεῖ ἀμέσως τούς δύο πολιτισμούς
εἶναι ἡ ὑπερβολικά μεγάλη ἀξία ποῦ ἔδωσε ὁ εὐρωπαϊκός πολιτισμός στόν ὀρθό λόγο, στήν ἀνθρώπινη γνώση, στήν ἐπιστήμη. Ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Μ. Καρόλου κυριάρχησε στή
Δύση ὀ σχολαστικισμός καί
ὀ ορθολογισμός.
Αὐτό συνεχίσθηκε καί ἐντάθηκε ἀκόμη περισσότερο στήν
περίοδο τῆς Ἀναγεννήσεως καί στήν
περίοδο τοῦ Διαφωτισμοῦ, κατά τήν ὁποία ὁ πνευματικός κόσμος
περιορίσθηκε στή λογική καί στήν ἐπιστήμη· ὅλα εἶναι νοῦς, ὀρθός λόγος, ἐπιστήμη. Ὅ,τι δέν ἑρμηνεύεται λογικά καί ἐπιστημονικά, αὐτό εἶναι μῦθος, δεισιδαιμονία, δέν ἀποτελεῖ στοιχεῖο πολιτισμοῦ, εἶναι ἔξω ἀπό τόν πολιτισμό. Ἀντίθετα, στόν δικό μας
πολιτισμό, τόν ὀρθόδοξο, δέν ἀπορρίπτεται ἡ λογική, ἡ ἀνθρώπινη γνώση, ἡ ἐπιστήμη, ἱεραρχεῖται ὅμως σωστά στή θέση της,
κάτω ἀπό τό θεϊκό φωτισμό καί τή
θεία σοφία. Καί εἶναι ἐνδιαφέρον στή συνάφεια αὐτή νά τονίσουμε ὅτι στήν πόλη μας, τήν
Θεσσαλονίκη, ὑπῆρχε προβληματισμός σχετικά
μέ τό θέμα αὐτό καί ἔντονη ἀντιπαράθεση τόν 14ο αἰῶνα κατά τή διάρκεια τῶν ἡσυχαστικῶν διενέξεων. Ἡ σύγκρουση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τοῦ Βαρλαάμ τοῦ Καλαβροῦ δέν ἦταν σύγκρουση δύο
προσώπων, ἀλλά δύο κόσμων, ποῦ προσπαθοῦσαν ὁ καθένας νά προβάλει τό
πρότυπό της ἀνθρώπινης τελειότητας, τόν
ἰδανικό ἄνθρωπο. Ὁ Βαρλαάμ ὁ Καλαβρός ἀντιπροσώπευε καί ἐξέφραζε τό ἰδανικό της τελειότητος τοῦ δυτικοῦ ἀνθρώπου, σύμφωνα μέ τό ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος γίνεται τέλειος μέ
τή φιλοσοφία καί τήν ἐπιστήμη. Ὅταν ἔφθασε στή Θεσσαλονίκη,
δημιούργησε ἀναταραχή στούς μοναχικούς
κύκλους, γιατί προβάλλοντας τό δυτικό οὐμανιστικό ἰδεῶδες ἔλεγε περίπου τά ἑξῆς: «Τί κάθεστε ἐσεῖς οἱ καλόγεροι καί ἀσχολεῖσθε μέ τήν ἀδιάλειπτη νοερά προσευχή
καί τίς ἄλλες ἀνοησίες καί δέν στρώνεσθε
νά μάθετε φιλοσοφία, νά διαβάσετε ἀρχαίους Ἕλληνες συγγραφεῖς, ποῦ εἶναι ὁ μοναδικός δρομος γιά
νά φθάσετε στήν τελειότητα». Τελειότητα χωρίς τήν φιλοσοφία εἶναι ἀδιανόητη γιά τόν Βαρλαάμ
τόν Καλαβρό καί τόν δυτικό πολιτισμό.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ποῦ ἀνέλαβε νά ὑπερασπισθεῖ τόν ὀρθόδοξο πολιτισμό καί νά
καθησυχάσει τούς μοναχούς ποῦ ἀνησύχησαν, ἀπάντησε στούς συνηγόρους τῶν φιλοσόφων ὅτι ἡ φιλοσοφία καταφέρνει
τελικῶς νά προσφέρει ὄχι γνώση, ἀλλά ἀγωνία καί ἄγχος· «οὐ μᾶλλον γνῶσιν ἤ ἀγωνίαν ἐκ τούτων ὑμίν αὐτοῖς περιποιεῖσθε, ὤ βέλτιστοι». Δέν ὑπάρχει φιλοσοφική ἄποψη στήν ὁποία νά μπορεῖ κανείς μέ σιγουριά νά
στηριχθεῖ, γιατί σίγουρα κάποιος ἄλλος φιλόσοφος θά τήν ἀνατρέψει, ὅπως ἔδειξαν οἱ Ἕλληνες φιλόσοφοι «διηνεκῶς ἀλλήλους ἀνατρέποντες καί ὑπ’ ἀλλήλων ἀνατρεπόμενοι». Ὁ Χριστός, τό πρότυπό της
χριστιανικῆς τελειότητος, ἦταν ἐντελῶς ἀμαθής καί ἄπειρος στήν ἀνθρώπινη γνώση καί σοφία. Ἄν ἡ ἀνθρώπινη σοφία ἦταν ἀπαραίτητο στοιχεῖο τῆς τελειότητος, ὁ Χριστός δέν θά ἔλεγε «εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, τά ὑπάρχοντα πώλησον, διάδος
πτωχοῖς, τόν σταυρόν ἄρον, ἀκολουθεῖν ἐμοί προθυμήθητι», ἀλλά θά ἔλεγε «τῆς ἔξω σοφίας ἐπιλαβοῦ, σπεῦσον πρός τήν τῶν μαθημάτων ἀνάληψιν, περιποίησαι σεαυτῶ τήν ἐπιστήμην τῶν ὄντων». Θά ἐδίδασκε γεωμετρία καί ἀστρονομία καί τίς ἄλλες ἐπιστῆμες, γιά νά διώξει τό
σκοτάδι τῆς ἀγνοίας. Δέν θά διάλεγε ἀγραμμάτους ψαράδες ὡς μαθητᾶς, ἀλλά φιλοσόφους, οὔτε θά δίδασκε διά τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ὅτι ἡ ἀνθρώπινη σοφία εἶναι μωρία. Ὁ ἄνθρωπος, κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμά, ἔχασε τήν ἀρχέγονη μακαριότητα, γιατί
ὑπέκυψε στόν πειρασμό τῆς γνώσεως καί δέν ἀρκέσθηκε στή φυλακή τῆς καρδίας, στή φρούρηση
δηλαδή καί καλλιέργεια τοῦ συναισθηματικοῦ κόσμου, ὅπου φύονται οἱ κακίες καί τά πάθη.
Τό
ἀποφασιστικό πράγματι
στοιχεῖο ποῦ δείχνει τήν ἀνωτερότητα τοῦ ὀρθοδόξου πολιτισμοῦ ἔναντί της ὀρθολογιστικῆς καί τεχνοκρατούμενης Εὐρώπης εἶναι ὅτι παράγει ἀνθρώπους ἀπαθεῖς, χωρίς κακίες καί πάθη, ἁγίους, γιατί προϋπόθεση τοῦ θεϊκοῦ φωτισμοῦ καί τῆς ἐνεργείας τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ κάθαρση ἀπό τά πάθη, ἡ ἀπάθεια. Ἡ ἐπιστήμη καί ἡ φιλοσοφία οὔτε τούς ἴδιους τους ἐπιστήμονες καί φιλοσόφους
μπορεῖ νά ἀνακαινίσει, καί οἱ περισσότεροι ἀπό αὐτούς εἶναι γεμάτοι κακίες καί
πάθη. Δέν εἶναι ἀπαραίτητη ἡ κάθαρση καί ἡ ἀπάθεια γιά νά γίνεις σοφός
καί ἐπιστήμων. Γι’ αὐτό γέμισε ὁ κόσμος ἀπό ἐμπαθεῖς καί ἀκαλλιέργητους πνευματικά ἐπιστήμονες, γι’ αὐτό καί ὁ ἐπιστημονικά καί
τεχνολογικά προηγμένος σύγχρονος πολιτισμός, πνευματικά καί ἠθικά ὁδηγεῖται στήν κατάπτωση.