Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014

"Λατινοφραγκικός και Ορθόδοξος πολιτισμός: Οι βασικές διαφορές."


Πρωτοπρεσβύτερου πατρός Θεόδωρου Ζήση
Καθηγητοῦ Θεολογικῆς ΑΠΘ
" ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία καὶ ἀνεπηρέαστη ἀπὸ τοὺς δυτικοὺς ἱστορικούς μας ἔρευνα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἴδια τὰ πράγματα, δικαιολογοῦν τὴν ἐπιλογὴ τῶν ὀρθοδόξων τὸν 15ο αἰώνα νὰ προτιμήσουν τὴν τουρκικὴ κατάκτηση ἀπὸ τὴν δυτικοευρωπαϊκὴ ἕνωση καὶ συμμαχία, ποὺ ἔθετε ὡς ὅρο γιὰ τὴ στρατιωτικὴ βοήθεια τὴν πολιτιστικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ ἔνταξη στὸν παπισμὸ μὲ σημερινοὺς ὅρους στὴν Εὐρώπη. Οἱ σημερινοὶ πολιτικοί μας ἡγέται καὶ ἡ πνευματικὴ ἡγεσία στὴν πλειονότητά τους, ὄχι μόνο δὲν κατανοοῦν, ἀλλὰ καὶ ἐπικρίνουν... ἐκείνη τὴν προβληματική, γιατί ἡ διαφοροποίηση λατινοφραγκικοῦ καὶ ὀρθοδόξου πολιτισμοῦ δὲν ὑπάρχει πλέον καὶ ὅλοι στὴν Ἑλλάδα ἐξωτερικὰ καὶ ἐσωτερικὰ φοροῦμε φράγκικα, εὐρωπαϊκά. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ἡ ἄγρυπνη καὶ φωτισμένη αὐτὴ ἑλληνορθόδοξη συνείδηση, ἡ μεγαλύτερη ἴσως μορφὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ μετὰ τὴν Ἅλωση, καταλάβαινε καὶ κατανοοῦσε πολὺ καλὰ αὐτὸ ποὺ εἶχε πεῖ τότε, πρὶν ἀπὸ τὴν ἅλωση, ὁ Λουκᾶς Νοταρᾶς, τὸ «κρειττότερον ἐστιν ἐν μέσῃ τῇ πόλει ἰδέσθαι φακιόλιον τουρκικὸν ἢ καλύπτραν λατινικήν». Θεωροῦσε εὐνοϊκὴ τὴ ρύθμιση γιὰ τὴ διάσωση τῆς Ὀρθοδοξίας τὸ ὅτι μᾶς κατέκτησε ὁ Τοῦρκος καὶ ὄχι ὁ Φράγκος. Ἔλεγε: «Τριακοσίους χρόνους μετὰ τὴν ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ μας ἔστειλεν ὁ Θεὸς τὸν ἅγιον Κωνσταντῖνον καὶ ἐστερέωσε βασίλειον χριστιανικὸν καὶ τὸ εἶχαν Χριστιανοὶ τὸ βασίλειον 1150 χρόνους. Ὕστερον τὸ ἐσήκωσεν ὁ Θεὸς ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς καὶ ἔφερε τὸν Τοῦρκον καὶ τοῦ τὸ ἔδωκε διὰ ἰδικόν μας καλόν, καὶ τὸ ἔχει ὁ Τοῦρκος 320 χρόνους. Καὶ διατὶ ἔφερεν ὁ Θεὸς τὸν Τοῦρκον καὶ δὲν ἔφερε ἄλλον γένος; Διὰ ἰδικὸν μας συμφέρον, διότι τὰ ἄλλα ἔθνη θὰ μᾶς ἔβλαπτον εἰς τὴν πίστιν, ὁ δὲ Τοῦρκος ἄσπρα ἅμα τοῦ δώσεις κάμνεις ὅ,τι θέλεις». Ὁ ἅγιος κουβαλοῦσε τότε καὶ ἐξέφραζε ἀνόθευτα καὶ ἀκέραια τὴν παράδοση τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας· καυχιόταν γιατί ἦταν ὀρθόδοξος καὶ μετέδιδε στὸν λαὸ αὐτή του τὴν καύχηση· «Ὅλαι αἱ πίστεις, ἔλεγε, εἶναι ψεύτικες· τοῦτο ἐκατάλαβα ἀληθινόν, ὅτι μόνη ἡ πίστις τῶν ὀρθοδόξων Χριστιανῶν εἶναι καλὴ καὶ ἁγία, τὸ νὰ πιστεύωμεν καὶ νὰ βαπτιζώμεθα εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τοῦτο σᾶς λέγω τώρα· νὰ εὐφραίνεσθε ὁποὺ εἶσθε ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ καὶ νὰ κλαίετε διὰ τοὺς ἀσεβεῖς καὶ αἱρετικοὺς ὁποὺ περιπατοῦν εἰς τὸ σκότος».
Ἂς δοῦμε ὅμως σύντομα ποιές εἶναι οἱ ἀξίες τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ σὲ σχέση μὲ τὶς ἀξίες τοῦ ὀρθοδόξου πολιτισμοῦ καὶ ἂν ἀληθεύει πράγματι αὐτὸ ποὺ σύγχρονοι εὐρωπαϊσταὶ ἰσχυρίζονται. Στὴν προσπάθειά τους νὰ μᾶς πείσουν οἱ τελευταῖοι ὅτι δὲν διαφέρουν οἱ δύο πολιτισμοὶ προβάλλουν τὴ θέση ὅτι ὁδεύοντας πρὸς τὴν Εὐρώπη, ὁδεύουμε πρὸς τὸν ἴδιο μας τὸν ἑαυτό, συναντοῦμε ἐμᾶς τοὺς ἴδιους, ἐπιβεβαιώνουμε τὴν αὐτοσυνειδησία μας. Εἶναι ὅμως ὁ ἴδιος ὁ εὐρωπαϊκὸς πολιτισμὸς μὲ τὸν δικό μας, τὸν ὀρθόδοξο πολιτισμό;
Κατ’ ἀρχὴν ἕνα βασικὸ στοιχεῖο ποὺ διαφοροποιεῖ ἀμέσως τοὺς δύο πολιτισμοὺς εἶναι ἡ ὑπερβολικὰ μεγάλη ἀξία ποὺ ἔδωσε ὁ εὐρωπαϊκὸς πολιτισμὸς στὸν ὀρθὸ λόγο, στὴν ἀνθρώπινη γνώση, στὴν ἐπιστήμη. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Μ. Καρόλου κυριάρχησε στὴ Δύση ὁ σχολαστικισμὸς καὶ ὁ ὀρθολογισμός.
Αὐτὸ συνεχίσθηκε καὶ ἐντάθηκε ἀκόμη περισσότερο στὴν περίοδο τῆς Ἀναγεννήσεως καὶ στὴν περίοδο τοῦ Διαφωτισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποία ὁ πνευματικὸς κόσμος περιορίσθηκε στὴ λογικὴ καὶ στὴν ἐπιστήμη· ὅλα εἶναι νοῦς, ὀρθὸς λόγος, ἐπιστήμη. Ὅ,τι δὲν ἑρμηνεύεται λογικὰ καὶ ἐπιστημονικά, αὐτὸ εἶναι μῦθος, δεισιδαιμονία, δὲν ἀποτελεῖ στοιχεῖο πολιτισμοῦ, εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸν πολιτισμό. Ἀντίθετα, στὸν δικό μας πολιτισμό, τὸν ὀρθόδοξο, δὲν ἀπορρίπτεται ἡ λογική, ἡ ἀνθρώπινη γνώση, ἡ ἐπιστήμη, ἱεραρχεῖται ὅμως σωστὰ στὴ θέση της, κάτω ἀπὸ τὸ θεϊκὸ φωτισμὸ καὶ τὴ θεία σοφία. Καὶ εἶναι ἐνδιαφέρον στὴ συνάφεια αὐτὴ νὰ τονίσουμε ὅτι στὴν πόλη μας, τὴν Θεσσαλονίκη, ὑπῆρχε προβληματισμὸς σχετικὰ μὲ τὸ θέμα αὐτὸ καὶ ἔντονη ἀντιπαράθεση τὸν 14ο αἰώνα κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ἡσυχαστικῶν διενέξεων. Ἡ σύγκρουση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τοῦ Βαρλαὰμ τοῦ Καλαβροῦ δὲν ἦταν σύγκρουση δύο προσώπων, ἀλλὰ δύο κόσμων, ποὺ προσπαθοῦσαν ὁ καθένας νὰ προβάλει τὸ πρότυπο τῆς ἀνθρώπινης τελειότητας, τὸν ἰδανικὸ ἄνθρωπο. Ὁ Βαρλαὰμ ὁ Καλαβρὸς ἀντιπροσώπευε καὶ ἐξέφραζε τὸ ἰδανικό της τελειότητος τοῦ δυτικοῦ ἀνθρώπου, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος γίνεται τέλειος μὲ τὴ φιλοσοφία καὶ τὴν ἐπιστήμη. Ὅταν ἔφθασε στὴ Θεσσαλονίκη, δημιούργησε ἀναταραχὴ στοὺς μοναχικοὺς κύκλους, γιατί προβάλλοντας τὸ δυτικὸ οὐμανιστικὸ ἰδεῶδες ἔλεγε περίπου τὰ ἑξῆς: «Τί κάθεστε ἐσεῖς οἱ καλόγεροι καὶ ἀσχολεῖσθε μὲ τὴν ἀδιάλειπτη νοερὰ προσευχὴ καὶ τὶς ἄλλες ἀνοησίες καὶ δὲν στρώνεσθε νὰ μάθετε φιλοσοφία, νὰ διαβάσετε ἀρχαίους Ἕλληνες συγγραφεῖς, ποὺ εἶναι ὁ μοναδικὸς δρόμος γιά νά φθάσετε στήν τελειότητα». Τελειότητα χωρὶς τὴν φιλοσοφία εἶναι ἀδιανόητη γιὰ τὸν Βαρλαὰμ τὸν Καλαβρὸ καὶ τὸν δυτικὸ πολιτισμο.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ποὺ ἀνέλαβε νὰ ὑπερασπισθεῖ τὸν ὀρθόδοξο πολιτισμὸ καὶ νὰ καθησυχάσει τοὺς μοναχοὺς ποὺ ἀνησύχησαν, ἀπάντησε στοὺς συνηγόρους τῶν φιλοσόφων ὅτι ἡ φιλοσοφία καταφέρνει τελικῶς νὰ προσφέρει ὄχι γνώση, ἀλλὰ ἀγωνία καὶ ἄγχος· «οὐ μᾶλλον γνῶσιν ἢ ἀγωνίαν ἐκ τούτων ὑμῖν αὐτοῖς περιποιεῖσθε, ὢ βέλτιστοι». Δὲν ὑπάρχει φιλοσοφικὴ ἄποψη στὴν ὁποία νὰ μπορεῖ κανεὶς μὲ σιγουριὰ νὰ στηριχθεῖ, γιατί σίγουρα κάποιος ἄλλος φιλόσοφος θὰ τὴν ἀνατρέψει, ὅπως ἔδειξαν οἱ Ἕλληνες φιλόσοφοι «διηνεκῶς ἀλλήλους ἀνατρέποντες καὶ ὑπ’ ἀλλήλων ἀνατρεπόμενοι». Ὁ Χριστός, τὸ πρότυπο τῆς χριστιανικῆς τελειότητος, ἦταν ἐντελῶς ἀμαθὴς καὶ ἄπειρος στὴν ἀνθρώπινη γνώση καὶ σοφία. Ἂν ἡ ἀνθρώπινη σοφία ἦταν ἀπαραίτητο στοιχεῖο τῆς τελειότητος, ὁ Χριστὸς δὲν θὰ ἔλεγε «εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, τὰ ὑπάρχοντα πώλησον, διάδος πτωχοῖς, τὸν σταυρὸν ἆρον, ἀκολουθεῖν ἐμοὶ προθυμήθητι», ἀλλὰ θὰ ἔλεγε «τῆς ἔξω σοφίας ἐπιλαβοῦ, σπεῦσον πρὸς τὴν τῶν μαθημάτων ἀνάληψιν, περιποίησαι σεαυτῷ τὴν ἐπιστήμην τῶν ὄντων». Θὰ ἐδίδασκε γεωμετρία καὶ ἀστρονομία καὶ τὶς ἄλλες ἐπιστῆμες, γιὰ νὰ διώξει τὸ σκοτάδι τῆς ἀγνοίας. Δὲν θὰ διάλεγε ἀγραμμάτους ψαράδες ὡς μαθητάς, ἀλλὰ φιλοσόφους, οὔτε θὰ δίδασκε διὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ὅτι ἡ ἀνθρώπινη σοφία εἶναι μωρία. Ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, ἔχασε τὴν ἀρχέγονη μακαριότητα, γιατί ὑπέκυψε στὸν πειρασμὸ τῆς γνώσεως καὶ δὲν ἀρκέσθηκε στὴ φυλακὴ τῆς καρδίας, στὴ φρούρηση δηλαδὴ καὶ καλλιέργεια τοῦ συναισθηματικοῦ κόσμου, ὅπου φύονται οἱ κακίες καί τά πάθη.
Τὸ ἀποφασιστικὸ πράγματι στοιχεῖο ποὺ δείχνει τὴν ἀνωτερότητα τοῦ ὀρθοδόξου πολιτισμοῦ ἔναντί της ὀρθολογιστικῆς καὶ τεχνοκρατούμενης Εὐρώπης εἶναι ὅτι παράγει ἀνθρώπους ἀπαθεῖς, χωρὶς κακίες καὶ πάθη, ἁγίους, γιατί προϋπόθεση τοῦ θεϊκοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς ἐνεργείας τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ κάθαρση ἀπὸ τὰ πάθη, ἡ ἀπάθεια. Ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ φιλοσοφία οὔτε τοὺς ἴδιους τοὺς ἐπιστήμονες καὶ φιλοσόφους μπορεῖ νὰ ἀνακαινίσει, καὶ οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι γεμάτοι κακίες καὶ πάθη. Δὲν εἶναι ἀπαραίτητη ἡ κάθαρση καὶ ἡ ἀπάθεια γιὰ νὰ γίνεις σοφὸς καὶ ἐπιστήμων. Γι’ αὐτὸ γέμισε ὁ κόσμος ἀπὸ ἐμπαθεῖς καὶ ἀκαλλιέργητους πνευματικὰ ἐπιστήμονες, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἐπιστημονικὰ καὶ τεχνολογικὰ προηγμένος σύγχρονος πολιτισμός, πνευματικὰ καὶ ἠθικὰ ὁδηγεῖται στὴν κατάπτωση.
Ἕνα ἄλλο στοιχεῖο ποὺ διαφοροποιεῖ τοὺς δύο πολιτισμοὺς εἶναι τὸ ὅτι στὴ Δύση τὸ βάρος πέφτει ὄχι στὰ πνευματικὰ ἀγαθά, ἀλλὰ στὰ ὑλικά. Ἡ τεχνολογικὴ ἀνάπτυξη χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν ὑλικῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἄνεση, ἡ εὐημερία, ἡ πολυτέλεια, ἡ σπατάλη, ἡ ἐπίδειξη πλούτου, κατέστρεψαν καὶ ἀφάνισαν τὸ γνήσιο πρόσωπο τοῦ Χριστιανοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ζωὴ πρέπει νὰ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ὀλιγάρκεια, τὴν εὐτέλεια, τὴν λιτότητα, τὴν ἀσκητικότητα, τὴν πενία. Αὐτὸ ποὺ ἰσχύει γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς πολιτισμούς· ἂν χάσει ὁ ἄνθρωπος τὴν ψυχή του, τὴν πνευματική του ὀντότητα, δὲν κερδίζει τίποτε ἔστω καὶ ἂν κατακτήσει ὅλους τοὺς θησαυροὺς τῆς γής· «τί ὠφελήσει ἄνθρωπον, ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδίση καὶ ζημιωθῆ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;»[1].
Ἡ οἰκολογικὴ καταστροφὴ ποὺ μὲ δέος τὴν ἀντιμετωπίζουν οἱ ἐπιστήμονες, εἶναι ἀπόρροια τῆς ὑλιστικῆς κατευθύνσεως τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ, ποὺ δὲν σέβεται τὴ δημιουργία, προκειμένου νὰ ἱκανοποιήσει τὴν ἀνικανοποίητη ὑλιστικὴ βουλιμία τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ φυσικὸ περιβάλλον καὶ ἡ ἀκεραιότητα τῆς δημιουργίας δὲν θὰ ἐκινδύνευαν, ἂν ἀντὶ τοῦ homo oeconomicus, ὁ ὁποῖος δὲν ὀρρωδεῖ πρὸ οὐδενός, προκειμένου νὰ αὐξήσει τὰ κέρδη καὶ νὰ ἀποκτήσει ἀνέσεις, καὶ ποὺ ἀποτελεῖ τὸν ἀνθρώπινο τύπο τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ, κυριαρχοῦσε ὁ homo asceticus, ὁ ἀσκητής, ὁ μοναχός, ὁ λιτοδίαιτος καὶ ὀλιγαρκής, ποὺ ἀποτελεῖ τὸν ἀνθρώπινο τύπο τοῦ ὀρθοδόξου πολιτισμοῦ.
Ἡ ἐσχατολογικὴ προοπτικὴ ἐπίσης διαφοροποιεῖ τοὺς δύο πολιτισμούς. Θὰ ἀναφέρω χαρακτηριστικὲς σκέψεις τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ὅπου φαίνεται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέχρι σήμερα, ἡ ὀρθόδοξη Ἀνατολή, βλέπει τὴν παροῦσα ζωὴ ἐσχατολογικά, ζῆ μὲ τὴν πίστη ὅτι ἐδῶ εἴμαστε πάροικοι καὶ παρεπίδημοι, ὅτι «τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει». Σκοπός μας δὲν εἶναι νὰ ὀργανώσουμε ἐγκόσμια κράτη, νὰ ἐκκοσμικεύσουμε τὴν Ἐκκλησία, ὅπως ἔκανε ἡ Δύση μὲ τὸν Παπισμὸ καὶ τὸν Προτεσταντισμό, νὰ ἀποκτήσουμε ἀνέσεις καὶ ἀξιώματα, ἀλλὰ νὰ προετοιμασθοῦμε γιὰ τὴν ἄλλη ζωή. Παραθέτω ἕνα χαρακτηριστικὸ κομμάτι ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ Μ. Βασιλείου Πρὸς τοὺς νέους, ὅπου λέγει ὅτι ὁ Χριστιανὸς αὐτὰ ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὴν ἄλλη ζωὴ καὶ δὲν βοηθοῦν στὴν κατάκτησή της, ὅπως εἶναι ὁ πλοῦτος, ἡ καταγωγή, ἡ σωματικὴ δύναμη, οἱ τιμὲς τῶν ἀνθρώπων, τὰ θεωρεῖ περιττὰ καὶ ἄχρηστα, αὐτὰ δηλαδὴ ποὺ ὅλοι σήμερα, ὅσοι ζοῦμε στὶς χῶρες τῆς Ἀμερικῆς, τῆς Εὐρώπης καὶ μερικὲς τῆς Ἀνατολῆς, τὰ θεωροῦμε ὡς ἀξιοζήλευτα ἀγαθά· «ἡμεῖς, ὧ παῖδες, οὐδὲν εἶναι χρῆμα παντάπασι τὸν ἀνθρώπινον βίον τοῦτον ὑπολαμβάνομεν, οὔτε ἀγαθὸν τί νομίζομεν ὅλως, οὔτ’ ὀνομάζομεν, ὃ τὴν συντέλειαν ἡμῖν ἄχρι τούτου παρέχεται. Οὔκουν προγόνων περηφάνειαν, οὐκ ἰσχὺν σώματος, οὐ κάλλος, οὐ μέγεθος, οὐ τὰς παρὰ πάντων ἀνθρώπων τιμάς, οὐ βασιλείαν αὐτήν, οὐχ ὅ,τι ἂν εἴποι τις τῶν ἀνθρωπίνων μέγα, ἀλλ᾽ οὐδ᾽ εὐχῆς ἄξιον κρίνομεν, ἢ τοὺς ἔχοντας ἀποβλέπομεν, ἀλλ’ ἐπὶ μακρότερον προΐμεν ταῖς ἐλπίσι καὶ πρὸς ἑτέρου βίου παρασκευὴν ἅπαντα πράττομεν. Ἃ μὲν οὖν ἂν συντελῆ πρὸς τοῦτο ἡμῖν, ἀγαπᾶν φαμεν, τὰ δ’ οὐκ ἐξικνούμενα πρὸς ἐκεῖνον ὡς οὐδενὸς ἄξια παρορᾶν»[2]. Τὰ ἴδια περίπου λέγει καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος· «Τί δεδοίκαμεν εἰπὲ μοι τὸν θάνατον; Ἐμοὶ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος. Ἀλλ’ ἐξορίαν, εἰπέ μοι; Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς. Ἀλλὰ χρημάτων δήμευσιν; Οὐδὲν εἰσηνέγκαμεν εἰς τὸν κόσμον, δῆλον ὅτι οὐδὲν ἐξενεγκεῖν δυνάμεθα. Καὶ τὰ φοβερώτερα τοῦ κόσμου ἐμοὶ εὐκαταφρόνητα καὶ τὰ χρηστὰ καταγέλαστα. Οὐ πενίαν δέδοικα, οὐ πλοῦτον ἐπιθυμῶ, οὐ θάνατον φοβοῦμαι, οὐ ζῆσαι εὔχομαι, εἰ μὴ διὰ τὴν ὑμετέραν προκοπήν… Χριστὸς μετ᾽ ἐμοῦ καί τίνα φοβηθήσομαι»[3].
Αὐτὴ ἡ ἐσχατολογικὴ ἀντιμετώπιση τῆς ζωῆς ἔχει τὴν καθαρότερη ἐφαρμογή της στὸν μοναχικὸ βίο, στὰ μοναστήρια, ὅπου οἱ μοναχοὶ προσπαθοῦν νὰ ζήσουν ἀπὸ τώρα ὡς ἄγγελοι τὴ ζωὴ τῶν ἐσχάτων, προγεύονται καὶ προλαμβάνουν τὰ ἔσχατα. Ἀλλὰ καὶ ἔξω ἀπὸ τὰ μοναστήρια αὐτὴ ἡ ἐσχατολογικὴ θεώρηση, ἡ ἀποδέσμευση ἀπὸ τὰ ὑλικὰ καὶ ἡ ἀφοβία μπροστὰ στὸν θάνατο, ἔχουν ἀποτυπωθεῖ ὡς γνωρίσματα τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Ρωμηοσύνης ποὺ σιγὰ-σιγὰ τὸν ἐγκαταλείπουμε. Ὑπῆρχε τὸ ρωμαίϊκο φιλότιμο· προκειμένου νὰ κρατήσει ὁ Ρωμηὸς τὴν ἀξιοπρέπειά του, τὴν τιμή του, δὲν λογαρίαζε ὅτι θὰ χάσει τὶς ἀνέσεις καὶ τὰ ἀγαθά του, δὲν φοβόταν, ὅπως ὁ Διγενὴς Ἀκρίτας, νὰ συναντήσει τὸν θάνατο καὶ νὰ μονομαχήσει· αὐτὰ ἦσαν γνωρίσματα «τοῦ Ρωμαϊκοῦ φύλου, τοῦ εὐγενοῦς ἀρχῆθεν, τοῦ καρτερικοῦ, τοῦ ἀνδρικωτάτου, καὶ διὰ πόνων καὶ καρτερίας καὶ τῆς εἰς τὴν ἀρχὴν ὑπακοῆς ἄχρι καὶ θανάτων μυρίων τῆς οἰκουμένης σχεδὸν ἁπάσης ἄρξαντος», ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης[4].
Ἕνα ἄλλο στοιχεῖο ποὺ διαφοροποιεῖ τοὺς δύο πολιτισμοὺς εἶναι ἡ ταπείνωση. Μέσα ἀπὸ τὰ κείμενα τοῦ Γένους μας βγαίνει πράγματι ὅτι ὁ δυτικὸς πολιτισμὸς εἶναι ἕνας ἐπηρμένος, ἕνας ἐγωϊστικὸς πολιτισμός, χωρὶς ταπείνωση, ποὺ βλέπει καὶ ἀξιολογεῖ περιφρονητικὰ τοὺς ἄλλους πολιτισμούς. Ἤδη ἐνωρὶς ὁ Μ. Βασίλειος καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος διεπίστωσαν τὴν ἔπαρση καὶ τὴ φυσίωση τῶν Δυτικῶν. Ἀντίθετα ὁ πολιτισμὸς τῆς Ἀνατολῆς εἶναι πολιτισμὸς τῆς ταπείνωσης, τοῦ σταυροῦ, τῆς συγκατάβασης. Θὰ παραθέσω γιὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας ἕνα συγκινητικὸ κείμενο, γραμμένο ἀπὸ τὸν πολύπαθο καὶ μαρτυρικὸ πατριάρχη Κύριλλο Λούκαρι, ὁ ὁποῖος ἀπαντᾶ στοὺς Δυτικοὺς ποὺ κατηγοροῦσαν τοὺς ὑπόδουλους Ὀρθοδόξους πὼς εἶναι ἀγράμματοι καὶ ἀπολίτιστοι: «Ὅσον πῶς δὲν ἔχομεν σοφίαν καὶ μαθήματα, ἀλήθεια εἶναι. Ἀμὴ ἂς μετρήσουν δύο πράγματα οἱ Λατῖνοι· πρῶτον ὅτι τὸν καιρὸν τὸν παλαιόν, ὅσον ἡ σοφία ἐπολιτεύετο εἰς τὴν Ἑλλάδα, τοὺς Λατίνους οἱ Ἕλληνες εἶχον διὰ βαρβάρους· καὶ τώρα ἂν ἐβαρβαρώθημεν ἡμεῖς καὶ ἐκεῖνοι ἐσοφίσθηκαν, παράδοξον δὲν εἶναι· ἡ πτωχεία καὶ ἡ ἀφαίρεσις τῆς βασιλείας, μᾶς τὸ ἔκαμαν. Δεύτερον ἂς λογιάσουν ὅτι, ἂν δὲν ἔχομεν σοφίαν ἐξωτέραν, ἔχομεν Χάριτι Χριστοῦ σοφία ἐσωτέραν καὶ πνευματικήν, ἡ ὁποία στολίζει τὴν ὀρθόδοξόν μας πίστιν, καὶ εἰς τοῦτο πάντοτε ἤμεσθεν ἀνώτεροι ἀπὸ τοὺς Λατίνους, εἰς τοὺς κόπους, εἰς τὰς σκληραγωγίας, καὶ νὰ σηκώνωμεν τὸν σταυρόν μας καὶ νὰ χύνωμεν τὸ αἷμα μας διὰ τὴν πίστιν καὶ τὴν ἀγάπην πρὸς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Ἐὰν εἶχε βασιλεύσει ὁ Τοῦρκος εἰς τὴν Φραγκίαν δέκα χρόνους, Χριστιανοὺς ἐκεῖ δὲν εὕρισκες. Καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα τώρα διακοσίους χρόνους εὑρίσκεται καὶ κακοπαθοῦσιν οἱ ἄνθρωποι καὶ βασανίζονται διὰ νὰ στέκουν εἰς τὴν πίστιν τους καὶ λάμπει ἡ πίστις τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ μυστήριον τῆς εὐσεβείας, καὶ σεῖς μοῦ λέγετε ὅτι δὲν ἔχομεν σοφίαν; Τὴν σοφίαν σου δὲν ἠθέλω ἐμπρὸς εἰς τὸν σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ. Κάλλιον ἦτο νὰ ἔχει τινὰς καὶ τὰ δύο. Δὲν τὸ ἀρνοῦμαι. Πλὴν ἀπὸ τὰ δύο, τὸν σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ προτιμῶ»[5].
Καὶ τέλος ἕνα πέμπτο χαρακτηριστικό, μολονότι μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀπαριθμήσει περισσότερα, εἶναι ἡ ἀπιστία, ἡ ἀθεΐα, ἡ ὁποία ἰδιαίτερα ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Διαφωτισμοῦ, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Βολταίρου ἔχει κατασυντρίψει καὶ διαλύσει τὸν πολιτισμὸ τῆς Δύσεως. Χάθηκε ἡ ἐπαφὴ μὲ τὸν οὐράνιο κόσμο, μὲ τὸν Χριστό, μὲ τὴν Ἐκκλησία. Χάθηκαν καὶ ἐξαφανίσθηκαν οἱ ἀρετές. Ὁ Βολταῖρος παθιασμένος φώναζε: «Τσαλαπατῆστε, γκρεμίστε τὴν Ἐκκλησίαν». Ὁ σκοτεινὸς αὐτὸς Διαφωτισμὸς τῆς ἀπιστίας καὶ ἀθεΐας δημιούργησε τὴ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση, ἡ ὁποία ἐπὶ τέλους, μετὰ ἀπὸ διακόσια χρόνια, ἄρχισε νὰ μελετᾶται κριτικὰ καὶ νὰ διαπιστώνεται ὅτι ἡ πολυδιαφημισθεῖσα Ἐπανάσταση προκάλεσε τοῦ κόσμου τὰ προβλήματα· ἐγκρέμισε ἕναν ὁλόκληρο πνευματικὸ κόσμο καὶ στὸ ὄνομα τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δημοκρατίας ἐξέθρεψε τὴν ἀναρχία, τὴν ἀχαλίνωτη ἐλευθερία, τὴν ἔλλειψη σεβασμοῦ στὴν πειθαρχία, τὴν νομιμότητα, τὴν τάξη. Ἔσβησε ἡ πίστη στὸν αἰώνιο κόσμο, ποὺ μᾶς ἀποκάλυψε ὁ Θεός, καὶ οἱ ἀρετὲς ποὺ πηγάζουν ἀπ’ αὐτόν, ἡ ἐλπίδα, ἡ ἀγάπη, ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Στὴν ἀπιστία αὐτὴ συνετέλεσαν κατὰ τὸν Κόντογλου, πολλοὶ διανοούμενοι τῆς Δύσεως «δαιμονόψυχοι, ἐλεεινοὶ ἄνθρωποι, ποὺ μισήσανε τὸν Θεό, ὅπως ὁ Βολταῖρος, ὁ Νίτσε, ὁ Φρόϋντ, ὁ Σάρτρ»[6].
Ἐπίλογος
Αὐτὰ λοιπὸν εἶναι λίγα μόνο χαρακτηριστικά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα φαίνεται ὅτι ὁ εὐρωπαϊκὸς πολιτισμὸς διαφέρει πολὺ ἀπὸ τὸν Ἑλληνισμὸ καὶ τὴν Ὀρθοδοξία, πρᾶγμα ποὺ δὲν ἔχουμε συνειδητοποιήσει οἱ Ἕλληνες. Οἱ περισσότεροι νομίζουμε ὅτι δὲν ὑπάρχει διαφορὰ ἀνάμεσα στοὺς δύο πολιτισμούς, ὅτι ὅλοι πολιτιστικὰ εἴμαστε Εὐρωπαῖοι. Μόνον ὅσοι ἀκολουθοῦν τὴν παράδοση τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, τοῦ μεγάλου Φωτίου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, τοῦ Γενναδίου Σχολαρίου, τοῦ Κυρίλλου Λούκαρι, τῶν ἁγίων της Τουρκοκρατίας, τῶν Κολλυβάδων, τοῦ Παπαδιαμάντη, τοῦ Κόντογλου, βλέπουν ὅτι ἀνάμεσα στοὺς δύο πολιτισμοὺς «χάσμα μέγα ἐστήρικται».
Ἀντιλαμβάνεστε λοιπὸν ποῦ εὑρίσκεται τὸ σημερινό μας χρέος. Χρειάζεται νὰ ὀργανωθεῖ πνευματικὴ σταυροφορία γιὰ νὰ παρουσιασθοῦν αὐτὰ στὸν λαό μας. Γιὰ νὰ φανεῖ ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος πνευματικός, ἔστω καὶ ἂν ἐπιτύχουμε τὰ οἰκονομικὰ καὶ πολιτικὰ ἀνταλλάγματα ποὺ διαρκῶς μᾶς προβάλλουν οἱ εὐρωπαϊστὲς πολιτικοί μας, πρώϊμοι καὶ ὄψιμοι. Μπήκαμε καὶ ἐμεῖς ὅλοι στὸ πολιτικὸ παιχνίδι καὶ ἀκοῦμε συχνὰ καὶ ἐπαναλαμβάνουμε ὅτι μὲ τὴν ἔνταξή μας στὴν Εὐρώπη ἐξασφαλίζουμε τὴ δημοκρατία, τὴν πολιτικὴ σταθερότητα. Κανεὶς ἀσφαλῶς δὲν ἀμφιβάλλει ὅτι ὑπάρχουν αὐτὰ τὰ πλεονεκτήματα. Σκεφθήκαμε ὅμως τὸ τίμημα; Σκεφθήκαμε ὅτι σὲ παρόμοιες περιπτώσεις οἱ Πατέρες μας, ποὺ ἀποτελοῦν τοὺς ἐκφραστὲς τοῦ ὀρθοδόξου πολιτισμοῦ καὶ ποὺ τοὺς τιμοῦμε ὡς ἁγίους, τάχθηκαν ἐναντίον τῆς Εὐρώπης, ἐναντίον τῆς ἑνώσεως, ἕτοιμοι νὰ ἀντιμετωπίσουν τὶς συνέπειες, ἀκόμη καὶ τὴν πολιτικὴ ὑποδούλωση στοὺς Τούρκους; Τὰ ἔθνη δὲν χάνονται, ὅταν ἀπολέσουν τὴν κρατική τους ὑπόσταση, ἀλλὰ ὅταν χάσουν τὸν πολιτισμό, τὴν ψυχή τους. Ἂν λοιπὸν ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, τὸ καθῆκον τῆς ἐπαγρυπνήσεως περνάει εἰς ὅλους μας, γονεῖς καὶ ἐκπαιδευτικούς. Ἡ διάβρωση ἔχει προχωρήσει πολύ, διαρκῶς τὰ πνευματικὰ κάστρα πέφτουν τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο. Ἡ πολιτικὴ καὶ οἰκονομικὴ ἐνοποίησή μας μὲ τὴν Εὐρώπη εἶναι πλέον γεγονός. Δὲν μποροῦμε νὰ γυρίσουμε πίσω. Πολλοὶ αἰσιοδοξοῦν ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ ἡ Ὀρθοδοξία θὰ ἐπιτύχουν καὶ πάλιν ὅ,τι ἐπέτυχαν ἐπὶ Ρωμαιοκρατίας καὶ Τουρκοκρατίας, θὰ ἀποτελέσουν τὴν ζύμη ἢ τὸ ἅλας ποῦ θὰ νοστιμίσει τὸν εὐρωπαϊκὸ πολιτισμό. Διατηρεῖ ὅμως τὸ ἅλας τῆς Ὀρθοδοξίας τὴ δύναμή του; Καὶ «ἐὰν τὸ ἅλας μωρανθῆ, ἐν τίνι ἁλισθήσεται;». Ἤδη ὑπάρχουν ἐνδείξεις ὅτι οἱ Εὐρωπαῖοι δὲν ὑπολογίζουν ὡς κομμάτι, καὶ μάλιστα τὸ πιὸ ἀξιόλογό της εὐρωπαϊκῆς ἱστορίας. Κυριαρχεῖ ἀκόμη καὶ ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα, ὅπως φάνηκε στὸ γνωστὸ βιβλίο τῆς εὐρωπαϊκῆς ἱστορίας ποὺ κυκλοφόρησε καὶ ἐπρόκειτο νὰ διδαχθεῖ στὰ σχολεῖα, καὶ σὲ κάθε περίπτωση ἡ Ὀρθοδοξία, ποὺ ἀποτελεῖ ἀγκάθι γιὰ τὸν ἰσχυρὸ ἀκόμη παπισμό, ὁ ὁποῖος μὲ τοὺς διπλωμάτες καὶ πολιτικοὺς ποὺ ἐπηρεάζει, τὴν ἐξωθεῖ στὸ περιθώριο τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐξελίξεων. Πῶς λοιπὸν ὑποστηρίζουν οἱ εὐρωπαϊσταί μας ὅτι ὁδεύοντας πρὸς τὴν Εὐρώπη ὁδεύουμε πρὸς τὸν ἑαυτό μας, ἐνῷ σίγουρα παίρνουμε τὸν δρόμο τῆς πολιτιστικῆς μας διάβρωσης καὶ ἀφομοίωσης; Μόνον ἂν μείνουμε στὴν Ὀρθοδοξία, στὴν πίστη τῶν πατέρων μας, δὲν θὰ ξεχάσουμε καὶ δὲν θὰ χάσουμε τοὺς ἑαυτούς μας.
ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ, ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2014
[1]. Ματθ. 16, 26.
[2]. Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων 2.
[3]. PG 52, 427.
[4]. Ὁμιλία καὶ ἀπολογία ἐν τῷ μέλλειν ἀπέρχεσθαι. Βλ. ἐν D. Balfour, Politico-Historical Works of Symeon archbishop of Thessalonica (1416-17 to 1429), Wien 1979, σελ. 47.
[5]. Βλ. Κ. Σαρδελῆ, Τό Συναξάρι τοῦ Γένους, σελ. 90-91.
[6]. Φ. Κόντογλου, Μυστικά ἄνθη, σελ. 111-112: «Ἡ ἀπιστία εἶναι θρονιασμένη στὴν καρδιά μας… Οἱ ψυχὲς τῶν νέων εἶναι ρημαγμένες ἀπὸ τὰ ἄγρια ἔνστικτα, ποὺ τὰ ἀνεβάσανε στὴν ἐπιφάνεια ἀπὸ τὰ σκοτεινὰ τάρταρα τῆς ἀνθρώπινης φύσης, κάποιοι ἐχθροί του ἀνθρώπου, κάποιοι πνευματικοὶ ἀνθρωποφάγοι, ποὺ ἀνάμεσά τους πρωτοστατεῖ ἕνας τρελλὸς λύκος λεγόμενος Νίτσε, μιὰ μούμια σὰν παληόγρια, λεγόμενη Βολταῖρος, κάποιος ζοχαδιακὸς Φρόϋντ κι ἕνα πλῆθος ἀπὸ τέτοια ὄρνια καὶ κοράκια καὶ νυχτερίδες. Ὅσοι τοὺς θαυμάζανε, ἂς καμαρώσουνε σήμερα τὰ φαρμακερὰ μανιτάρια, ποὺ φυτρώσανε μέσα στὶς καρδιὲς καὶ στὶς ψυχὲς τῆς γαγγραινιασμένης ἀνθρωπότητος». Βλ. ἐπίσης Κ. Καβαρνού, Ἑλλὰς καὶ Ὀρθοδοξία, Ἀθῆναι 1987, σελ. 35, 44, 45.
Πηγή:  

"Μία δασκάλα δὲν συμπαθοῦσε καθόλου ἕνα μαθητή της. Ὥσπου ἔμαθε τὸ τραγικὸ μυστικό του…"


 
"Πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια σὲ ἕνα Δημοτικὸ σχολεῖο τῆς Ἀμερικανικῆς ἐπαρχίας ὑπῆρχε μία δασκάλα. Τὸ ὄνομά της ἦταν κυρία Τόμπσον.
 
Τὴν πρώτη μέρα τῆς καινούργιας σχολικῆς χρονιᾶς, στάθηκε μπροστὰ ἀπὸ τὰ παιδιὰ τῆς πέμπτης τάξης, τοὺς συστήθηκε καὶ στὴ συνέχεια τοὺς εἶπε ἕνα μεγάλο ψέμα.
 
Ὅπως καὶ οἱ περισσότεροι ἄλλωστε δάσκαλοι, κοίταξε τοὺς μαθητές της καὶ τοὺς εἶπε ὅτι θὰ τοὺς ἀγαπάει καὶ θὰ τοὺς προσέχει ὅλους τὸ ἴδιο. Ἀλλὰ αὐτὸ ἦταν ἀδύνατον, γιατί ἐκεῖ στὴν μπροστινὴ σειρά, κάθονταν ἕνα μικρὸ ἀγόρι, ὁ Τέντυ Στάλλαρντ. Ἡ κυρία Τόμπσον εἶχε παρατηρήσει τὸν Τέντυ ἀπὸ τὴν προηγούμενη χρονιὰ καὶ δὲν τὸν συμπαθοῦσε ἰδιαίτερα. Δὲν ἔπαιζε μὲ τὰ ἄλλα παιδιά, δὲν συμμετεῖχε στὴν τάξη, τὰ ροῦχα του ἦταν συνέχεια βρώμικα καὶ σίγουρα δὲν ἔκανε ὅσο συχνὰ ἔπρεπε μπάνιο.
 
Ὁ Τέντυ ἦταν ἕνα παιδὶ ποὺ τὴν δυσαρεστοῦσε ὅποτε τὸν ἔβλεπε γιὰ αὐτὸ καὶ ἀπολάμβανε τὶς στιγμὲς ποὺ σχημάτιζε μὲ τὸν κόκκινο στυλὸ της τὰ τεράστια Χ στὰ τετράδιά του, ἔσβηνε τὰ...λάθη του ἢ βαθμολογοῦσε μὲ 6 καὶ μὲ 5 τὶς ἐργασίες του.
 
Στὸ σχολεῖο, ὅπου δίδασκε ἡ κυρία Τόμπσον, ἦταν ὑποχρεωμένη νὰ ἐλέγχει τὸ παρελθὸν ὅλων τῶν παιδιῶν ποὺ ὑπῆρχαν στὴ τάξη της. Ἀκόμη καὶ τοῦ μικροῦ Τέντυ. Ἔτσι ὅταν ἄνοιξε τὰ ἀρχεῖα του, τὴν περίμενε μία μεγάλη ἔκπληξη.
 
Ὁ δάσκαλος ποὺ εἶχε τὸν Τέντυ στὴν πρώτη τάξη τοῦ Δημοτικοῦ ἔγραφε γιὰ αὐτόν: «Ὁ Τέντυ εἶναι ἕνα ὑπέροχο παιδὶ ὅλο χαμόγελο. Εἶναι ὀργανωτικός, μελετηρὸς καὶ ἔχει καλοὺς τρόπους. Εἶναι μία ἔμπνευση γιὰ τὰ παιδιὰ ποὺ βρίσκονται γύρω του.»
 
Ἡ δασκάλα ποὺ εἶχε τὸν Τέντυ στὴ Δευτέρα Δημοτικοῦ ἔγραφε: «Εἶναι ἐξαιρετικὸς μαθητής, τὸν συμπαθοῦν πολὺ οἱ συμμαθητὲς του ἀλλὰ ὁ ἴδιος μοιάζει πολὺ προβληματισμένος ἐπειδὴ ἡ μητέρα του πάσχει ἀπὸ μία ἀνίατη ἀσθένεια καὶ ἡ ζωὴ στὸ σπίτι του πρέπει νὰ εἶναι πολὺ δύσκολη.»
 
Ἡ δασκάλα ποὺ τὸν δίδαξε στὴν Τρίτη Δημοτικοῦ ἔγραφε: «Ὁ θάνατος τῆς μητέρας του τοῦ στοίχισε πολύ. Ὁ ἴδιος προσπαθεῖ νὰ κάνει ὅ,τι καλύτερο μπορεῖ, ἀλλὰ ὁ πατέρας του δὲν τοῦ δείχνει μεγάλο ἐνδιαφέρον. Ἡ ἄσχημη κατάσταση στὸ σπίτι θὰ τὸν ἐπηρεάσει πολὺ σύντομα, ἂν δὲν ἀλλάξει γρήγορα κάτι.»
 
Ὁ δάσκαλος τοῦ Τέντυ στὴν Τετάρτη Δημοτικοῦ ἔγραφε: «Ὁ Τέντυ ἔχει παραιτηθεῖ καὶ δὲν δείχνει κανένα ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ σχολεῖο. Δὲν ἔχει πολλοὺς φίλους καὶ πολλὲς φορὲς κοιμᾶται στὴν τάξη.»

 
Ἡ κυρία Τόμπσον συνειδητοποίησε τὸ πρόβλημα καὶ αἰσθάνθηκε ντροπὴ γιὰ τὸν ἑαυτό της. Αἰσθάνθηκε ἀκόμη χειρότερα, ὅταν ὅλοι οἱ μαθητές της, τῆς ἔφεραν χριστουγεννιάτικα δῶρα τυλιγμένα μὲ ἀστραφτερὰ περιτυλίγματα καὶ ὄμορφες κορδέλες. Ὅλοι, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Τέντυ. Τὸ δικό του δῶρο ἦταν ἀδέξια τυλιγμένο σὲ ἕνα βρώμικο, καφὲ χαρτὶ ποὺ μᾶλλον πρὶν ἦταν ἡ σακούλα ἑνὸς παντοπωλείου.
 
Ἡ κυρία Τόμπσον δυσκολεύτηκε νὰ τὸ ἀνοίξει. Τὰ περισσότερα παιδιὰ γέλασαν ὅταν ἔβγαλε ἀπὸ μέσα ἕνα βραχιόλι ποὺ εἶχε φτιάξει ὁ ἴδιος μὲ σπάγκο καὶ πέτρες ἀλλὰ καὶ ἕνα ἀνοιχτό, μισογεμάτο μπουκάλι μὲ ἄρωμα. Σηκώθηκε ἀπὸ τὴ θέση της καὶ σταμάτησε ἀπότομα τῶν γέλιο τῶν παιδιῶν ὅταν φώναξε δυνατὰ πόσο πολύ τῆς ἄρεσε τὸ δῶρο του. Στὴ συνέχεια φόρεσε τὸ βραχιόλι καὶ ἔριξε λίγο ἀπὸ τὸ ἄρωμα στὸ χέρι της.
 
Ὁ Τέντυ ἔφυγε τελευταῖος ἐκείνη τὴ μέρα ἀπὸ τὴν τάξη. Βγαίνοντας ἀπὸ τὴ πόρτα γύρισε πρὸς τὴ δασκάλα του καὶ τῆς εἶπε μὲ θλιμμένη φωνὴ «Σήμερα κυρία μυρίζετε σὰν τὴ μαμά μου!»
 
Ἡ κυρία Τόμπσον ἔκλαψε πολὺ ἐκείνη τὴ μέρα. Ἀπὸ τότε σταμάτησε νὰ μαθαίνει τὰ παιδιὰ ἀνάγνωση, γραφὴ καὶ ἀριθμητική. Ἀντ΄ αὐτοῦ, ἄρχισε νὰ τὰ διδάσκει.
 
Ἀγαποῦσε ὅλα τὰ παιδιὰ ἀλλὰ ἔδινε ἰδιαίτερη προσοχὴ στὸν μικρὸ Τέντυ. Κάθε φορᾶ ποὺ τὸν βοηθοῦσε στὰ μαθήματά του, τὸ μυαλὸ του ἐμοίαζε νὰ ζωντανεύει. Ὅσο περισσότερο τὸν ἐνθάρρυνε, τόσο πιὸ γρήγορα ἀπαντοῦσε στὶς ἐρωτήσεις της. Μέχρι τὸ τέλος τοῦ ἔτους, ὁ Τέντυ εἶχε γίνει ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἔξυπνα παιδιὰ τῆς τάξης καί, παρὰ τὸ ψέμα της ὅτι θὰ ἀγαποῦσε ὅλα τὰ παιδιὰ τὸ ἴδιο, ὁ Τέντυ ἦταν πλέον καὶ ἐπίσημα ὁ ἀγαπημένος της. Τὴν ἑπόμενη χρονιὰ ἡ κυρία Τόμπσον ἀνέλαβε πάλι τὴν Πέμπτη Δημοτικοῦ καὶ ἔβλεπε τὸν Τέντυ μόνο στὰ διαλείμματα. Μία μέρα, πρὸς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, βρῆκε ἕνα σημείωμα κάτω ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ της. Τὸ σημείωμα εἶχε τὴν ὑπογραφὴ τοῦ Τέντυ καὶ ἔγραφε: «Εἴσαστε ἀκόμη ἡ καλύτερη δασκάλα ποὺ εἶχα ποτὲ στὴ ζωή μου».
 
Ἔξι χρόνια μετὰ ἡ κυρία Τόμπσον ἔλαβε ἄλλο ἕνα σημείωμα, αὐτὴ τὴ φορὰ μὲ τὸ ταχυδρομεῖο.
 
Ἦταν πάλι ὁ Τέντυ καὶ τῆς ἔγραφε ὅτι εἶχε τελειώσει τρίτος σὲ βαθμὸ τὸ Λύκειο, ἀλλὰ ἐκείνη ἦταν ἀκόμη ἡ καλύτερη δασκάλα ποὺ εἶχε ποτὲ στὴ ζωή του.
 
Τέσσερα χρόνια μετά, πῆρε ἄλλη μία ἐπιστολὴ ἀπὸ τὸν Τέντυ. Τῆς ἔγραφε ὅτι εἶναι δύσκολα στὸ Πανεπιστήμιο ἀλλὰ πολὺ σύντομα θὰ ἔπαιρνε τὸ πτυχίο του καὶ μὲ καλὸ βαθμό. Τελείωσε τὸ γράμμα του γράφοντας ὅτι ἀκόμη ἐκείνη εἶναι ἡ καλύτερη καὶ ἡ πιὸ ἀγαπημένη του δασκάλα ποὺ εἶχε ποτέ.
 
Ἔπειτα ἀπὸ τέσσερα χρόνια ἄλλο ἕνα γράμμα ἀπὸ τὸν Τέντυ ἔκανε τὴν ἐμφάνισή του στὸ ταχυδρομικὸ κουτὶ τῆς κυρία Τόμπσον. Τῆς ἔγραφε ὅτι ἀφοῦ πῆρε τὸ πτυχίο του, ἀποφάσισε νὰ προχωρήσει λίγο ἀκόμη τὶς σπουδές του. Τελείωνε τὴν ἐπιστολὴ γράφοντας ὅτι παραμένει ἡ καλύτερη καὶ ἡ ἀγαπημένη του δασκάλα.
 
Ἡ κυρία Τόμπσον πῆρε ἀκόμη ἕνα γράμμα ἀπὸ τὸν Τέντυ ἐκείνη τὴν ἄνοιξη. Ἀλλὰ αὐτὴ τὴ φορὰ τὸ ὄνομα μὲ τὸ ὁποῖο ὑπέγραφε,ἦταν διαφορετικό: Δρ. Θίοντορ Φ. Στάλλαρντ. Τῆς ἔγραφε ὅτι εἶχε βρεῖ μία κοπέλα καὶ ἐπρόκειτο νὰ τὴν παντρευτεῖ. Τῆς ἔλεγε ὅτι ὁ πατέρας του εἶχε πεθάνει μερικὰ χρόνια πρὶν καὶ ἀναρωτιόταν ἂν θὰ μποροῦσε ἐκείνη, νὰ καθίσει στὴ θέση ποὺ κάθεται ἡ μητέρα τοῦ γαμπροῦ.
 
Φυσικὰ ἐκείνη τὸ ἔκανε... Πῆγε στὸ γάμο φορώντας στὸ χέρι ἐκεῖνο τὸ βραχιόλι ἀπὸ πέτρες ποὺ τῆς εἶχε κάνει δῶρο ὁ Τέντυ καὶ φορώντας τὸ ἄρωμα ποὺ τοῦ θύμιζε τὴ μητέρα του. Τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ Δρ. Στάλλαρντ τὴν ἀγκαλίασε τῆς ψιθύρισε στὸ αὐτί: «Σᾶς εὐχαριστῶ, κυρία Τόμπσον, γιατί πιστέψατε σὲ μένα. Σᾶς εὐχαριστῶ τόσο πολὺ γιατί μὲ κάνατε νὰ αἰσθανθῶ σημαντικὸς καὶ μοῦ δείξατε πὼς μπορῶ νὰ κάνω τὴ διαφορά».
 
Ἡ κυρία Τόμπσον μὲ δάκρυα στὰ μάτια τοῦ ἀπάντησε: «Τέντυ, κάνεις πολὺ μεγάλο λάθος. Ἐσὺ εἶσαι αὐτὸς πού μού ἔμαθε ὅτι μπορῶ νὰ κάνω τὴ διαφορά. Δὲν ἤξερα πῶς νὰ διδάξω τοὺς μαθητές μου μέχρι ποὺ σὲ γνώρισα.»
 
Προσπαθῆστε νὰ μὴν κρίνετε ἀπὸ τὸ περιτύλιγμα καὶ μὴν ὑποτιμᾶτε ποτὲ μὰ ποτὲ τὴν δύναμη ποὺ ἔχετε καὶ ποὺ μπορεῖ νὰ ἀλλάξει τὶς ζωὲς τῶν ἀνθρώπων γύρω σας."
 
ΑΠΟΛΛΩ ΜΟΝΑΧΟΣ 
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ 
ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 
 
Πηγή:
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

 

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014

Γιατί η αποτέφρωση δεν συνάδει με τον Ελληνορθόδοξο πολιτισμό...


 
 
Ο πρωτοπρεσβύτερος και ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών,  π. Γεώργιος Μεταλληνός εξηγεί σε συνέντευξή του γιατί συμφωνεί με την απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος να μην τελείται νεκρώσιμος ακολουθία και μνημόσυνο σε όσους συνειδητά επιλέγουν την αποτέφρωση.
 
 
"π. Γ. Μεταλληνός: "Ἡ ἀποτέφρωση δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὴν ὀρθοδοξία καὶ τὸν ἑλληνισμό"
 
Εὐρύτατα διαδεδομένη σὲ ἄλλες χῶρες, ἡ ἀποτέφρωση τῶν νεκρῶν συνεχίζει νὰ διχάζει τοὺς Ἕλληνες. Τὴν ὥρα ποὺ ὁρισμένοι δῆμοι, ὅπως τῆς Θεσσαλονίκης, ἔχουν δρομολογήσει τὴ διαδικασία γιὰ κατασκευὴ τοῦ ἀποτεφρωτηρίου, ἡ Ἐκκλησία "φυλάει Θερμοπύλες", σὲ μιὰ προσπάθεια νὰ κρατήσει ἀκέραιη καὶ ἀλώβητη τὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοση.
 
Αὐτὸ ὑποστήριξε, μιλώντας στο news247, ὁ πρωτοπρεσβύτερος καὶ ὁμότιμος καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Γεώργιος Μεταλληνός, συμφωνώντας ἀπολύτως μὲ τὴν πρόσφατη ἐγκύκλιο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδας, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία δεν θὰ γίνεται νεκρώσιμος ἀκολουθία καὶ μνημόσυνο σὲ ὅσους ἐπιλέγουν τὴν ἀποτέφρωση.
 
"Ἡ ἀποτέφρωση δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὴν ὀρθοδοξία καὶ τὸν ἑλληνισμό. Οἱ Ἕλληνες δὲν ἀποτεφρώναμε στὴν ἀρχαιότητα. Οἱ Ἕλληνες ἐκηδεύαμε. Εάν πάτε στὸν τύμβο τοῦ Μαραθῶνος, θὰ βρεῖτε σκελετούς. Κάνουν ἀνασκαφὲς πολλὲς φορὲς ἐδῶ στὴν Ἀθήνα καὶ βρίσκουν ἀπὸ....
τὴν ἀρχαιότητα σκελετούς. Πρὶν μερικὰ χρόνια, στὴν ὁδὸ Πατησίων, πάνω ἀπὸ 170 σκελετοὺς βρῆκαν ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα" τόνισε ὁ π. Μεταλληνός.
 
Καὶ πρόσθεσε: "Πότε ἔκαιγαν ἢ κυρίως ἄφηναν ἄταφό το σῶμα. Ἢ ὅταν εἴχαμε προδοσία ἢ μολυσματικὲς νόσους. Τότε καίγανε. Ἀλλὰ κυρίως στὴν προδοσία. Ἄρα ὅταν καῖμε ἕναν ἄνθρωπο εἶναι σὰν νὰ λέμε ὅτι εἶναι προδότης καὶ τὸν καῖμε. Η κηδεία εἶναι τὸ σῶμα. Εμείς εἴμαστε ὀρθόδοξοι Ἕλληνες. Ἀνατολίτες καὶ λοιπά, ἃς κάνουν ὅ,τι θέλουν. Εἶναι μιὰ παράδοση καὶ μετὰ θεολογία.
 
Θὰ σᾶς πῶ ἕνα παράδειγμα. Ἐγὼ εἶμαι Κερκυραῖος. Στὴν Κέρκυρα ὑπάρχει ἀκέραιο καὶ θαυματουργό το σῶμα τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος. Στὴν Κεφαλονιά, ὁ Ἅγιος Γεράσιμος. Αν κάψουμε, δὲν θὰ ξέρουμε ποιὸς εἶναι Ἅγιος μετά, γιατί τὸ λείψανο εὐωδιάζει καὶ μένει ἄφθαρτο. Είναι ἀπόδειξη τῆς ὀρθοδοξίας ὅτι ὁ Θεὸς κατοικεῖ μέσα στὸ λείψανο. Ἑπομένως εἶναι πάρα πολλοὶ λόγοι ποὺ ἡ ἑλληνορθόδοξη παράδοση καὶ ὅλων των ὀρθοδόξων δὲν καίει".
 
Καὶ κατέληξε: "Τὸ ἴδιο ἴσχυε καὶ στὸν δυτικὸ χριστιανισμό. Τώρα μπῆκαν μέσα ἡ ἀθεΐα καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ὁδηγοῦν σὲ ἄλλες ἀποφάσεις. Ε, δὲν θὰ ἀκολουθήσουμε καὶ ἐμεῖς τὸν ἴδιο δρόμο". 
 
Πηγή: news247
 

 
 
 

 

"Θεολογία και Ιατρική¨: Επισημάνσεις σε πέντε βασικά θέματα.


"ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΗ

 Εν Πειραιεί 26-7-2013,
 
πρωτοπρεσβ. π. Άγγελος Αγγελακόπουλος εφημέριος Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Καλλιπόλεως Πειραιώς. 
 
  
Όπως είναι γνωστό, αγαπητοί μου, ο άγιος ένδοξος μεγαλομάρτυς και ιαματικός Παντελεήμων εξασκούσε την τέχνη της ιατρικής, ήταν ιατρός. Την ιατρική τέχνη των σωμάτων την έμαθε από κάποιον Ευφρόσυνο, ο οποίος είχε πολύ μεγάλη φήμη και δόξα και φαινόταν ότι έφθασε στο άκρο της ιατρικής, ενώ την κατά Χριστόν ιατρική τέχνη της ψυχής την έμαθε από τον άγιο Ερμόλαο, που ήταν ιερεύς της Εκκλησίας της Νικομήδειας, και του οποίου την μνήμη εορτάσαμε χθες. Το γεγονός αυτό μας παρέχει εύκαιρον αφορμή, για να ομιλήσουμε σήμερα περί της σχέσεως επιστήμης και θεολογίας και πιο συγκεκριμένα περί της σχέσεως ιατρικής και θεολογίας.
 
Ευθύς εξ αρχής πρέπει να πούμε ότι επιστήμη και θεολογία εκ της φύσεώς τους δεν συγκρούονται˙ δεν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ επιστήμης και θεολογίας. Και αυτό γιατί και οι δύο έχουν διαφορετικό επιστητό. Η μεν επιστήμη εξετάζει το «πως» και το «γιατί» της δημιουργίας, η δε θεολογία ερευνά το «ποιος» της δημιουργίας. Η επιστήμη κινείται στα όρια του κτιστού, ενώ η θεολογία κινείται στα όρια του ακτίστου. Η επιστήμη δεν ασχολείται με το «ποιος», με την αιτία της δημιουργίας, αλλά με το «πως» και το «γιατί», γι’ αυτό αφήνει την θεολογία να ερευνήσει το «ποιος». Αντιστοίχως, η θεολογία ασχολείται δευτερευόντως με το «πως» και το «γιατί» της δημιουργίας, και κυρίως, πρωτίστως με το «ποιος», αφήνοντας την επιστήμη να ερευνήσει το «πως» και το «γιατί». Ως εκ τούτου, είναι φανερό ότι υπάρχει άρρηκτος δεσμός μεταξύ θεολογίας και επιστήμης, η μία βοηθά και επικουρεί την άλλη, δηλ. αλληλοσυμπληρώνονται. Όμως, η επιστήμη δεν μπορεί να σταθεί μόνη της, χωρίς την θεολογία, ενώ η θεολογία μπορεί να σταθεί και μόνη της, χωρίς τα δεκανίκια της επιστήμης. Για να έχουμε, λοιπόν, πλήρη εικόνα του «πως», του «γιατί» και του «ποιος» της δημιουργίας, πρέπει να υπάρχει αγαστή συνεργασία μεταξύ επιστήμης και θεολογίας.
 
Πρόβλημα υπάρχει όταν η μία εκ των δύο ξεπερνά τα όριά της, βγαίνει απ’το καθορισμένο πλαίσιό της, εισέρχεται στα όρια της άλλης και προσπαθεί με τα δικά της ακατάλληλα μέσα να βγάλει συμπεράσματα και να νομοθετήσει. Τότε μόνο έχουμε σύγκρουση μεταξύ επιστήμης και θεολογίας, εξαιτίας κακής κατανόησης και εκπροσώπησής τους. Το πρόβλημα αυτό δημιουργείται συνήθως εκ μέρους της επιστήμης, η οποία βγαίνει από τα κτιστά της όρια και επιθυμεί να εισέλθει, με τα κτιστά της μέσα, στον χαρισματικό χώρο του ακτίστου της θεολογίας[1]. Αυτό το πράγμα, άλλωστε, μαρτυρεί και ο σοφός Πλάτων, ο οποίος υπογραμμίζει ότι «πάσα τε επιστήμη χωριζομένη δικαιοσύνης και της άλλης αρετής, πανουργία τις, και ου σοφία φαίνεται».
 
Πιο συγκεκριμένα θα αναφέρουμε πέντε χαρακτηριστικά θέματα, στα οποία η ιατρική συγκρούεται και βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την θεολογία, με το θέλημα του Θεού. Μιλούμε για την ιατρική, γιατί ο σήμερον τιμώμενος άγιος Παντελεήμων είναι κι αυτός ιατρός.
 
Α) Το έγκλημα των εκτρώσεων:
 
Η ιατρική, δυστυχώς, αποδέχεται τις εκτρώσεις, οι οποίες πλέον δεν ποινικοποιούνται. Στη χώρα μας, σύμφωνα με στατιστικές, κάθε χρόνο γίνονται 300 με 400.000 εκτρώσεις.
Γνωρίζουμε, όμως, αγαπητοί μου, τι σημαίνει για τον Δημιουργό Θεό και την Εκκλησία Του η έκτρωση, η λεγομένη επί το ευγενέστερον «διακοπή της ανεπιθυμήτου κυήσεως»; Σημαίνει τριπλό φόνο. Φόνο εκ προμελέτης και μάλιστα τριπλό. Γιατί; Όταν μια γυναίκα αποφασίζει μια τέτοια πράξη εκθέτει τη ζωή της σε τέτοιους κινδύνους και την εισάγει σε τέτοια περιπέτεια, που είναι σχεδόν αδύνατον να βγει αβλαβής. Διακινδυνεύει απόλυτα την μητρική της ιδιότητα στο μέλλον. Έτσι στην γυναίκα, που αποτολμά κάτι τέτοιο, παραμένει ο ηθικός της θάνατος, που την συνοδεύει με ενοχές σ’όλη τη ζωή της.
Με την διακοπή της κυήσεως έχουμε σίγουρα και αναμφισβήτητα τον δεύτερο θάνατο, τον σαρκικό θάνατο του παιδιού της, που ύπουλα του στερούμε το δικαίωμα να επιζήσει, περιθωριοποιώντας ταυτόχρονα την διδασκαλία της Εκκλησίας περί της εξ άκρας συλλήψεως της ζωής, δηλ. ότι η ζωή του ανθρώπου αρχίζει από την στιγμή της συλλήψεώς του. Η ευθύνη αυτή βαρύνει τόσο τους γονείς, που αποφασίζουν την έκτρωση, όσο και τον ιατρό, που επιτελεί το έγκλημα.
Για να κατανοήσουμε την σοβαρότητα της πράξεως, αρκεί να αναφέρουμε ότι ο 21ος Ιερός Κανόνας της εν Αγκύρα Τοπικής Συνόδου προβλέπει εξωκοινωνία, δηλ. στέρηση της Θείας Κοινωνίας μέχρι θανάτου η φιλανθρωπότερα για δέκα χρόνια η για 3 ως 5 χρόνια, κατά τον 21ο Ιερό Κανόνα του αγίου Ιωάννου του Νηστευτού[2].
Τέλος, ο χειρότερος θάνατος είναι ο τρίτος θάνατος. Ο πνευματικός θάνατος του παιδιού, που φονεύεται, πριν δεχθεί την σωτηρία δια Ιησού Χριστού, το απαραίτητο Άγιον Βάπτισμα, που απαλλάσσει τον άνθρωπο από την προπατορική ενοχή. Έτσι, το ανυπεράσπιστο βρέφος οδηγείται με την θέλησή μας στο αντίθετο του Θεού στρατόπεδο. Δεν είναι της παρούσης ώρας να συνυπολογίσουμε και να προσμετρήσουμε τις ευθύνες γονέων, ιατρών και νομοθετών, που εθελοτυφλούν, διαγράφουν και περιφρονούν την θεία εντολή «ου φονεύσης» [3].
 
Β) Εγκεφαλικός θάνατος:
 
 Η ιατρική, περίπου από το 1968, υποστηρίζει ότι ο εγκεφαλικός θάνατος ισοδυναμεί με τον οριστικό θάνατο του ανθρώπου. Υποστηρίζει δηλ. ότι, όταν νεκρώνεται, όταν παύει την λειτουργία του ο εγκέφαλος, τότε ο άνθρωπος πεθαίνει.
Σύμφωνα, όμως, με την Ορθόδοξη Θεολογία και όπως πολύ εύστοχα αποδείχθηκε στην  ημερίδα, που με απόλυτη επιτυχία διοργάνωσε τον Απρίλιο του 2013 η Ι. Μ. Πειραιώς με θέμα «Μεταμοσχεύσεις˙ δωρεά η αφαίρεση ζωής»; κέντρο του ανθρώπου δεν είναι ο εγκέφαλος, αλλά η καρδιά. Μόνον όταν πάψει να λειτουργεί η καρδιά, νεκρώνονται όλα τα υπόλοιπα όργανα και επακολουθεί ο οριστικός θάνατος του ανθρώπου. Άρα, ο εγκέφαλος, όντας ένα από τα όργανα του ανθρώπου και όχι το κεντρικό, παρόλο που πάψει να λειτουργεί, δεν επιφέρει τον οριστικό θάνατο του ανθρώπου. Ναί, μεν ο εγκέφαλος είναι εκτός λειτουργίας, με δυνατότητα ανανήψεως και επανάκαμψης, αλλά όλα τα άλλα όργανα του ανθρώπου λειτουργούν κανονικά, εφόσον συνδέονται με την πηγή τροφοδοσίας τους, την καρδιά, η οποία λειτουργεί κανονικά. Επομένως, για την Ορθόδοξη θεολογία ο εγκεφαλικός θάνατος δεν ταυτίζεται με τον οριστικό θάνατο του ανθρώπου. Είναι αυθαίρετη η ταύτιση εγκεφαλικού θανάτου και οριστικού θανάτου. Ο θάνατος του ανθρώπου ακολουθεί την νέκρωση της καρδιάς.
Η σύγχρονη ιατρική, όμως, εφηύρε αυτό το τέχνασμα του εγκεφαλικού θανάτου ως οριστικού θανάτου, με σκοπό την λήψη οργάνων για μεταμοσχεύσεις [4].
 
 
Γ) Μεταμοσχεύσεις:
 
Ευθύς εξ αρχής πρέπει να πούμε ότι μόνο ένα είδος μεταμοσχεύσεων επιτρέπεται από την Εκκλησία μας. Η μεταμόσχευση από ζωντανούς και υγιείς δότες ιστών ή ενός από τα διπλά όργανα (συκώτι-νεφρά) η μυελού των οστέων και βεβαίως η μετάγγιση αίματος. Όλα τα άλλα είδη μεταμόσχευσης, όπως πνευμόνων, καρδιάς κλπ., απαγορεύονται. Ο λόγος είναι προφανής. Για να κάνουμε μεταμόσχευση, θα πρέπει το όργανο να είναι εν πλήρει λειτουργία, ζωντανό. Για να είναι ζωντανό, θα πρέπει να συνδέεται με την λειτουργούσα καρδιά. Άρα, όταν λειτουργεί η καρδιά, λειτουργούν και τα όργανα. Όταν νεκρώνεται η καρδιά, νεκρώνονται και τα όργανα. Στην περίπτωση νεκρής καρδιάς, τα όργανά μας είναι άχρηστα για μεταμόσχευση, εφόσον δεν λειτουργούν. Στην περίπτωση ζωντανής καρδιάς, τα όργανα είναι χρήσιμα για μεταμόσχευση. Όμως, τα χρειάζεται ο δότης, για να ζήσει ο ίδιος.  Άρα, όταν παίρνουμε ένα ζωντανό όργανο του δότη, ουσιαστικά τον φονεύουμε, λέγοντάς του «πέθανε εσύ, για να ζήσει κάποιος άλλος». Πόσο, όμως, έχουμε το δικαίωμα να αφαιρέσουμε την ζωή ενός, για να ζήσει ο άλλος; Πως μπορούμε να φονεύσουμε έναν, για να ζήσει ο άλλος; Πρέπει, επίσης να λάβουμε υπόψιν την ιερότητα του ανθρωπίνου σώματος και την πνευματική διάσταση, που έχουν τα βασικά όργανά του, όπως επίσης και ότι το σώμα μας δεν μας ανήκει, αλλά το οφείλουμε στον Θεό, και δεν μπορούμε να το διαχειριζόμαστε κατά το δοκούν [5].
 
Δ) Ευθανασία:
 
Η λέξη «ευθανασία» προέρχεται από το «ευ θνήσκω» και έχει την έννοια του ενδόξου, του ωραίου, του ήσυχου και του φυσικού θανάτου. Σήμερα ως «ευθανασία» ορίζεται η ανώδυνη θανάτωση κάποιου από ευσπλαγχνία, ο οποίος κρίνεται ως ανίατος και βασανίζεται από ανυπόφορους πόνους.
Όμως, ο καλός η κακός θάνατος δεν προσδιορίζεται από την εξωτερική μορφή του, από την ευκολία, με την οποία επέρχεται, αλλά από την εσωτερική κατάσταση, με την οποία τον αντιμετωπίζει ο άνθρωπος. Ο καλός θάνατος δεν είναι πάντοτε εύκολος, ούτε ο εύκολος θάνατος είναι πάντοτε καλός. Χαρακτηριστικά είναι τα ερωτήματα, που διατυπώνει σχετικά με το θέμα αυτό ο ιερός Χρυσόστομος : «Μήπως ήταν κακός ο θάνατος του Βαπτιστού Ιωάννου, επειδή αποκεφαλίσθηκε; η του πρωτομάρτυρος Στεφάνου, επειδή λιθοβολήθηκε; η του αγίου Παντελεήμονος, επειδή του έκαψαν το σώμα με πυρσούς, τον μαστίγωσαν, του έριξαν καυτό λάδι και τελικά τον αποκεφάλισαν; η όλων των αγίων μαρτύρων, επειδή τελείωσαν με σκληρό τρόπο την ζωή τους»; Και απαντά ο ίδιος : «Κακός δεν είναι ο θάνατος αυτός, αλλά ο θάνατος μέσα στην αμαρτία και την αμετανοησία, που μας οδηγεί στην κόλαση».
Το σοβαρώτερο, όμως, είναι ότι πάλι διαπράττουμε φόνο, σκοτώνουμε τον ασθενή, δήθεν από ευσπλαγχνία, για να τον απαλλάξουμε από τους πόνους. Δεν υπολογίζουμε, όμως, ότι σε αυτές τις οριακές καταστάσεις, ιδίως του πόνου και του θανάτου, μπορεί ο άνθρωπος να μετανοήσει, να ζητήσει συγχώρεση, να δει την ματαιότητα των πραγμάτων και να πιστέψει στην μετά θάνατον ζωή [6].
  
Ε) Παρεμβατική αναπαραγωγή:
 
Η παρεμβατική αναπαραγωγή επινοήθηκε, για να αντιμετωπισθεί η ατεκνία. Δηλ. παρεμβαίνει ο άνθρωπος στη φύση του ανδρογύνου με διάφορα ιατρικά μέσα, ώστε να αποκτήσει το ανδρόγυνο παιδιά. Αυτή γίνεται είτε με ενδοσωματική είτε με εξωσωματική γονιμοποίηση, η οποία, όμως, στο σύνολό της είναι προβληματική.
Όμως, η αναπαραγωγή του ανθρώπου με τεχνητή γονιμοποίηση αποτελεί καινοφανή παρέμβαση στη δημιουργία και ως εξ αυτού είναι απορριπτέα. Εξ άλλου εμείς, ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί, οφείλουμε να ακολουθούμε την Εκκλησία μας, η οποία μας έχει δώσει λύση στο πρόβλημα της ατεκνίας. Και η λύση αυτή δεν είναι άλλη από την μίμηση τόσων στείρων και σε γεροντική ηλικία ανδρογύνων της Παλαιάς Διαθήκης, όπως τα ζεύγη Ελκανά και Άννης, Ζαχαρίου και Ελισάβετ, Ιωακείμ και Άννης, τα οποία αντιμετώπισαν την στειρότητα και την ατεκνία με νηστεία και θερμή προσευχή, και ο Κύριος, εισακούοντας τις προσευχές τους, τους χάρισε τους ευλογημένους καρπούς, τον προφήτη Σαμουήλ, τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και την Παναγία μας.
Η Εκκλησία δεν μπορεί να συστήσει την καταφυγή στην παρεμβατική αναπαραγωγή για την αντιμετώπιση της ατεκνίας, παρά μόνο την εμμονή στα αιώνια πρότυπά της. Εξάλλου δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι βρισκόμαστε στην εποχή της Καινής Διαθήκης, όπου τα ινία δεν κατέχει πλέον ο γάμος, όπως στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά η παρθενία, ο μοναχικός βίος, που αποτελεί κατάπαυση της τεκνογονίας. Τέλος, πρώτιστος σκοπός του γάμου δεν είναι η απόκτηση παιδιών, όπως στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά η αγιότητα, η κατά Χάριν θέωση του ανδρογύνου, και επακολουθεί η τεκνοποίηση ως δευτερεύων σκοπός[7].
 
Όλα τα παραπάνω, αγαπητοί μου, μαρτυρούν την επιθυμία του συγχρόνου ανθρώπου να επιτύχει μια ψευδαίσθηση επιγείου αθανασίας, η οποία τον αποπροσανατολίζει από τον τελικό σκοπό της υπάρξεώς του, που δεν είναι άλλος από την προσδοκία της αιωνιότητας, την πίστη στη νίκη του θανάτου δια του Χριστού και τέλος την κατά Χάριν θέωσή του.
 
Αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα σήμερα, αγαπητοί μου, καθόλου ευχάριστη, καθόλου ενθαρρυντική, αν θέλουμε να δούμε ρεαλιστικά τα προβλήματα, που εισήγαγε περίτεχνα ο πονηρός στις ημέρες μας, ώστε να κερδίζει ακούραστα ψυχές. Ας θελήσουμε να κατανοήσουμε το μέγεθος και το βάρος των προβλημάτων και να πάρουμε αρνητική θέση απέναντί τους. Το οφείλουμε στον Άγιο Τριαδικό Θεό, στους Αγίους Του, στον σήμερον εορτάζοντα ιατρό και ιαματικό άγιο Παντελεήμονα, στην κοινωνία και πρώτιστα στον εαυτό μας. Ας μην καλυπτόμαστε πίσω από δικαιολογίες, αλλά ας αφήσουμε χώρο για την Χάριν του Θεού στη ζωή μας. Η ευχή του αγίου Παντελεήμονος ας μας καταξιώσει να καλλιεργούμε μέσα μας τον φόβο του Θεού, για να αποφεύγουμε πράξεις, που λυπούν τον Θεό και μας καταδικάζουν.
 
 
[1] Ν. ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ, Δογματική καί συμβολική θεολογία Α΄˙ εισαγωγή στή θεολογική γνωσιολογία, εκδ. Πουρναράς, Θεσ/κη 200, σσ. 137-149 καί ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. Γ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ, «Ορθόδοξος πίστις καί φυσικαί επιστήμαι», Ορθόδοξος Τύπος 13-2-2009, σ.  5.
[2] ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, εκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2003, σσ. 382, 711.
[3] Έξ. 20,15. ΙΕΡΕΥΣ ΜΙΧΑΗΛ ΦΩΚΑΣ, Αγιοδρόμιον˙ θεομητορικά κηρύγματα από τήν διακονίαν του θείου λόγου, τ. Α΄, Αργοστόλιον 1996.
[4] ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗΣ, Χριστιανική ηθική ΙΙ, εκδ. Πουρναράς, Θεσ/κη 2003, σσ. 607-8.
[5] Αυτόθι, σσ. 600-614 καί ΠΡΕΣΒ. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΤΕΦΟΠΟΥΛΟΣ, «Εκκλησία καί μεταμοσχεύσεις», Θεοδρομία Ε1  (2003) 72-102, Ε2  (2003) 183-214.
[6] ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗΣ, Χριστιανική ηθική ΙΙ, εκδ. Πουρναράς, Θεσ/κη 2003, σσ.653-60 καί ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΑΡΑΔΗΜΟΥ, «Η ευθανασία˙   νομική, ιατρική καί θεολογική θεώρηση», Θεοδρομία Ε2  (2003) 215-231,
[7] ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗΣ, αυτόθι, σσ. 577-598."