Ευχόμαστε ο Κύριος να δώσει σύντομα να χτυπήσουν και πάλι οι καμπάνες της Αγιά Σοφιάς, να υψωθεί ο Τίμιος Σταυρός, να λειτουργηθεί ξανά το Γένος στην μεγάλη Εκκλησιά της Ορθοδοξίας!
Έξι Ιανουαρίου 1919: Η τελευταία
Λειτουργία στην Αγιά Σοφιά
Κάποτε μου μίλησε ο παππούς μου
για ένα Κρητικό παπά, αληθινό παλικάρι, που το Γενάρη του 1919 λειτούργησε κάτω
από τους χιλιόχρονους θόλους της Αγια-Σοφιάς!!
Τον γνώριζε καλά, γιατί ήταν
στρατιωτικός ιερέας στη Μεραρχία που ανήκε και ο ίδιος, στη Μεραρχία εκείνη που
αργότερα συμμετείχε στη Μικρασιατική Εκστρατεία κι έφτασε ως τις πύλες της
Αγκύρας, ήπιε νερό από το Σαγγάριο!… Όμως αλίμονο! αυτό το δροσερό νερό
μετατράπηκε λίγο αργότερα σε καυτό πύρινο ποτάμι πόνου και οδύνης, που έκαψε
τις καρδιές όλων των Ελλήνων.
Στα λόγια του παππού μου δεν
έδωσα τότε μεγάλη σημασία. Μου φάνηκε αυτό που μου ‘λεγε απίθανο, το θεώρησα
σαν ένα παραλήρημα, απομεινάρι εκείνου του αβάσταχτου, του αφάνταστου πόνου που
ένιωθε ο παππούς μου, όταν αναθυμόταν τα περασμένα, όταν άκουγε τις λέξεις
Ιωνία, Σμύρνη, Πέργαμος, Αϊβαλί, Τραπεζούντα, Κερασούντα, Σαγγάριος, Εσκί
Σεχήρ, Αφιόν Καραχισάρ, Πόλη, Αγια Σοφιά!! Οι λέξεις αυτές είχαν πάρει στο νου
και στην καρδιά του παππού μου τη θέση ό,τι πιο ιερού και πιο νοσταλγικού είχε
σ’ αυτή τη ζωή, ακόμη πιο ιερού και από τα ίδια τα παιδιά του, τα εγγόνια του,
την ίδια του τη ζωή!
γράφει ο Αντώνης Ε. Στιβακτάκης
από αυτά που του είπε ο παππούς του. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην
εφημερίδα Ηρακλείου Κρητης “ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ” την 3/6/1998
Δεκάδες φορές τον αντίκρισα με τα
παιδικά μου μάτια να κλαίει – πολλές φορές ξεσπούσε σε γοερούς λυτρωτικούς
λυγμούς – προσφέροντας αυτά τα άγια ονόματα, που ταυτίζονται με τη διαχρονική
ιστορική πορεία και παρουσία του Γένους μας πάνω στη γη. Τότε δεν καταλάβαινα
τίποτε ή σχεδόν τίποτε. Μονάχα μια ακαθόριστη απορία κυριαρχούσε στην ψυχή μου
απ’ αυτή την ξεχωριστή στάση του παππού μου. Λίγο αργότερα κατάλαβα την
καθοριστική επίδραση αυτών των δακρύων, αυτών των λυγμών στην δική μου ψυχή.
Την καταλαβαίνω τώρα, θα την αισθάνομαι πάντα να κυριαρχεί σ’ όλο το είναι μου.
Ο παππούς μου βέβαια είχε δίκιο,
όταν έλεγε πως τον Ιανουάριο του 1919 λειτουργήθηκε η Αγια-Σοφιά! Πρωταγωνιστής
αυτού του συγκλονιστικού γεγονότος της εθνικής μας ζωής, το οποίο δυστυχώς
αγνοούν πολλοί Έλληνες, ήταν ένα αληθινό παλικάρι, ένα βλαστάρι της
λεβεντογέννας Κρήτης της οποίας τα ανδρεία παιδιά έδωσαν πάντα το μεγάλο παρόν
σ’ όλους τους αγώνες του Γένους, από τα πανάρχαια χρόνια (Ιδομενέας, Νέαρχος
κ.α.) ως τις μέρες μας (Μακεδονικός Αγώνας, Δρίσκο της Ηπείρου κ.α.)
Αναφερόμαστε στον παπα-Λευτέρη Νουφράκη από τις Αλώνες Ρεθύμνου, ο οποίος
υπηρετούσε ως στρατιωτικός ιερέας στη Β’ Ελληνική Μεραρχία, μια από τις δύο
Μεραρχίες που συμμετείχαν στις αρχές του 1919 στο “συμμαχικό” εκστρατευτικό
σώμα στην Ουκρανία. Η Μεραρχία αυτή στο δρόμο προς την Ουκρανία στάθμευσε για
λίγο στην Κωνσταντινούπολη, την Πόλη των ονείρων του ελληνικού λαού, η οποία
βρισκόταν τότε υπό “συμμαχική επικυριαρχία”, ύστερα από το τέλος του Α’
Παγκοσμίου Πολέμου.
Μια ομάδα Ελλήνων αξιωματικών με
επικεφαλής το γενναίο κρητικό και μαζί του τον ταξίαρχο Φραντζή, τον Ταγματάρχη
Λιαρομάτη, το Λοχαγό Σταματίου και τον Υπολοχαγό Νικολάου αγνάντευαν από το
πλοίο την πόλη και την Αγια-Σοφιά, κρύβοντας βαθιά μέσα στην καρδιά τους το
μεγάλο μυστικό τους, τη μεγάλη απόφαση που είχαν πάρει το περασμένο βράδυ,
ύστερα από πρόταση και έντονη επιμονή του λιονταρόψυχου Κρητικού παπα-Λευτέρη
Νουφράκη. Να βγουν δηλαδή στην πόλη και να λειτουργήσουν στην Αγια-Σοφιά.





