Πέμπτη 31 Αυγούστου 2017

«Ὁ βασιλιάς πού ἤθελε ν’ ἀγγίξει τό φεγγάρι»



«"Mιά φορά κι ναν καιρό ταν νας βασιλιάς πού πάντα νειρευόταν νά γγίξει τό φεγγάρι. Δέν σκεφτόταν τίποτε λλο καί διαφοροσε παντελς γιά τό βασίλειό του.

Μιά μέρα κάλεσε τόν ξυλουργό το βασιλείου του καί το επε: « πιθυμία μου εναι νά γγίξω τό φεγγάρι. Πρέπει νά μο κατασκευάσεις ναν πύργο τόσο ψηλό, στε νά μπορέσω νά πραγματοποιήσω τό νειρό μου».

μαραγκός ξερε τι ατό δέν ταν δυνατό, λλά ταν ποχρεωμένος νά κάνει ,τι διέταξε βασιλιάς. τσι ρχισε νά ργάζεται γιά τήν κατασκευή το πύργου.

Σύντομα μως τελείωσαν λα τά ξύλα τν ργαστηρίων το βασιλείου καθώς χρησιμοποιήθηκαν γιά τόν πύργο.

ξήγησε τήν κατάσταση στόν βασιλιά, λλά κενος πέμενε: «γώ πρέπει νά γγίξω τό φεγγάρι. χω μία δέα. Κάθε πρόσωπο το βασιλείου μου θά φέρει στό παλάτι μου σα κιβώτια διαθέτει καί τσι θά κατορθώσουμε νά τελειώσουμε τόν πύργο».

Κάθε πολίτης το βασιλείου φερε τά ξύλινα κιβώτιά του στό παλάτι. Συγκεντρώθηκαν κατομμύρια κιβώτια καί ξυλουργός στρώθηκε στή δουλειά τοποθετώντας τα τό να πάνω στό λλο. λλά σύντομα λα τά κιβώτια χρησιμοποιήθηκαν γιά τήν κατασκευή το πύργου καί δέν μποροσαν νά βρεθον λλα πουθενά στό βασίλειο.

ταν βασιλιάς ντίκρυσε τόν πύργο, ορλιαξε: «Δέν εναι ρκετά ψηλός. Πελεκστε λα τά δέντρα το βασιλείου μου καί φτιάξτε σα περισσότερα κιβώτια μπορετε.»

Κάθε δέντρο στό βασίλειο κόπηκε. λα γιναν κιβώτια πού τοποθετήθηκαν στόν πύργο, ποος φτασε πλέον ς τά σύννεφα.

βασιλιάς ρχισε νά σκαρφαλώνει στόν πύργο. Σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε λο καί πιό ψηλά στόν ορανό, σπου μπκε μέσα στά σύννεφα. πιτέλους βασιλιάς φτασε στήν κορυφή το πύργου. Τό φεγγάρι φαινόταν πολύ κοντά.

πλωσε τό χέρι του γιά νά τό γγίξει, λλά ταν κόμη μερικά κατοστά πιό ψηλά. να κόμη κιβώτιο καί τό νειρό του θά γίνει πραγματικότητα!

βασιλιάς γινε ξαλλος, μά ξαφνικά ρέμησε.

χω μία λαμπρή δέα! Πάρε τό κιβώτιο πό τό κάτω μέρος το πύργου καί φέρε το πάνω σ μένα, επε στόν ξυλουργό.

– Τί; να πό τό κάτω μέρος; πάντησε μέ κομμένη τήν νάσα του ξυλουργός.

– Ναί, να πό τό κάτω μέρος καί κάν το μέσως, προτο σο πελεκήσω τό κεφάλι, ορλιαξε βασιλιάς πό τήν κορυφή.

τσι, ξυλουργός κλεισε τά μάτια του, τράβηξε πό τή λαβή τό τελευταο κιβώτιο καί πομακρύνθηκε γρήγορα. πύργος σωριάστηκε! Καί κάπου, κάτω πό τά κατομμύρια κιβώτια ταν γκλωβισμένος βασιλιάς.

Κανείς δέν γνωρίζει τί συνέβη μέ τόν βασιλιά! Γνωρίζουμε μως πολύ καλά τι δέν γγιξε ποτέ τό φεγγάρι!"


Θαρρ τι δέν διαφέρουμε καί πολύ πό τή φιγούρα το φρονα βασιλι τς Καραϊβικς Παράδοσης. Πασχίζουμε στή ζωή μας νά κροβατομε στόν πατηλό καί νειρικό παρόντα χωροχρόνο, στηριζόμενοι πάνω στά ποικιλόχρωμα «κιβώτιά» μας στά ποα στηρίζουμε τήν «πογείωσή» μας, γιά νά γίνουν κάποια στιγμή τά «μπάζα» πού θά ξαφανίσουν τήν παρξή μας, κόμη καί ατό τό στίγμα μας πό τή ζωή!

Γινόμαστε μως ζωντανό παράδειγμα βαβελικς λαζονείας γιά τούς γύρω μας καί κυρίως γιά τά παιδιά μας, τά ποα ζυγίζουν καί σταθμίζουν κάθε λόγο, κάθε κίνηση, πράξη καί συμπεριφορά μας!

Τήν καταγράφουν στόν «σκληρό δίσκο» τς ψυχς τους καί λως συνείδητα σέ δύσκολες στιγμές τς ζως τους τή μιμονται καί τρομάζουν μέ τόν διο τόν αυτό τους, καθώς τόν συλλαμβάνουν νά υοθετε συμπεριφορές τίς ποες χουν πορρίψει καί μάλιστα κατηγορηματικά!

μες μως πτόητοι συνεχίζουμε τό χτίσιμο το «πύργου» μας γιά νά παληθευθε γιά μία κόμη φορά καί προσωπικά γιά μς λόγος το Θεο: «Εδον τν σεβ περυψούμενον κα παιρόμενον ς τς κέδρους το Λιβάνου. Κα παρλθον, κα δο οκ ν, κα ζήτησα ατόν, κα οχ ερέθη τόπος ατο» (Ψα 36,35-37).

Εδα τόν σεβ νά νυψώνεται καί νά περηφανεύεται σάν τίς κέδρους το Λιβάνου καί ξαναπέρασα πό κε καί δέν ταν καί τόν ναζήτησα καί δέν βρέθηκε οτε τόπος του!»


(ΚΥΡΙΑΚΗ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ
Φ 03 – νοιξη 2015)


Πηγή μας: