Σάββατο 28 Οκτωβρίου 2023

28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940

 


Εορτή της Φωτοφόρου Αγίας Σκέπης της Υπεραγίας Θεοτόκου,  
Υπερμάχου Στρατηγού των δικαίων αγώνων του Γένους των Ελλήνων

28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940

           «Όλβιος εστίν ος ιστορίης έσχεν μάθησιν». Η φράση αυτή των προγόνων μας δεν καταδεικνύει μόνο τη χρησιμότητα αλλά κυρίως τη γονιμοποιό δύναμη της ιστορίας, που ως αντανάκλαση του παρελθόντος στο παρόν αλλά και στο μέλλον, αναπτύσσεται μέσα στην ατέρμονη μεταβολή των διακρατικών σχέσεων, συμβάλλοντας στον αυτοπροσδιορισμό των εθνικών συνόλων, στην ανάπτυξη ιδεολογιών και στη διαμόρφωση γεωγραφικών χώρων και ανθρωπογεωγραφικών μεγεθών.

          Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι και τον 19ο αιώνα αναφορές σε όρους όπως «Ιταλία» μόνο ως γεωγραφικές δύναται να θεωρηθούν. Αυτόν τον αιώνα  της διαμόρφωσης των εθνικών κρατών, επί τη βάσει των κοινών  δεδομένων και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους, όπου τα κατά τόπους έθνη διεκδικούν την ενότητα και την κυριαρχία τους, διαδέχεται ο 20ος αιώνας, εποχή σκληρών ανταγωνισμών και απροκάλυπτης βίας εδραζομένης σε καινοφανή ιδεοπολιτιστικά υπόβαθρα.

          Μετά τις αλήστου μνήμης περιπέτειες των Βαλκανικών πολέμων και της Μικρασιατικής καταστροφής, η Ελλάδα βρίσκεται και πάλι το 1940 μέσα σ’ έναν καταιγισμό πολιτικών και ιστορικών εξελίξεων στον Ευρωπαϊκό χώρο και τη διεθνή διπλωματική σκηνή. Το μικρό κράτος κλυδωνίζεται επικίνδυνα από τα αγρίως επαφρίζοντα κύματα του πολέμου και συμπαρασύρεται στη δίνη  του κυκλώνα, όχι από δική του υπαιτιότητα, αισθητοποιώντας ωστόσο πληρότητα ψυχικών αποθεμάτων με διάθεση αγωνιστική και καθόλου μοιρολατρική. Το έθνος μας πρωτοστατεί στους αγώνες για την ελευθερία . Η θέση μας αυτή δεν είναι τόσο αποτέλεσμα καταναγκασμού όσο ποιοτικής και αυθεντικής έκφρασης των πνευματικών μεγεθών της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού. Αποτέλεσμα διαχρονικής συμπόρευσης και βιωματικής εμπειρίας.

          Η 28η Οκτωβρίου 1940 αποτελεί απερίφραστο, απειρομεγέθη όσο και απερινόητο θρίαμβο της Ελλάδας, της δημοκρατίας και των πανανθρώπινων  αξιών απέναντι στα μισανθρωπικά στίφη, που δημιουργούσαν αίσθημα ασφυξίας στον πολιτισμένο κόσμο και προσέφερε ελπίδα και ανάσα ελευθερίας. Αποτελεί παράλληλα πηγή άντλησης ηθικών δυνάμεων και αναβαπτισμού στα νάματα της Ορθόδοξης πίστης και της εθνικής μας ιστορίας.

          Η κήρυξη του πολέμου εναντίον της Ελλάδας από μέρους της συμμαχίας του άξονα αποτελεί αισχίστη προσβολή και συνιστά την αρχαιοελληνική έννοια της ύβρης. Οι Έλληνες συνεπαρμένοι από το δίκαιο του αγώνα και εμφορούμενοι από τα υψηλότερα ιδανικά επιδίδονται ως μαχητές του ονείρου σ’ έναν άνισο όσο και ανηλεή αγώνα. Στον αγώνα αυτό έχουν την αμέριστη υποστήριξη και τη σκέπη της Υπεραγίας Θεοτόκου και την ελπίδα του Ευαγγελικού λόγου : «μη φοβού, το μικρόν ποίμνιον»[1]. Υπέρτατος σκοπός τους  η με κάθε τρόπο διαφύλαξη της εθνικής αξιοπρέπειας, ανεξαρτησίας και εδαφικής ακεραιότητας.  Αυτό καθίσταται δυνατόν όχι με βαρύγδουπες διακηρύξεις αλλά με πράξεις ανδρείας, προφρόνου ομοψυχίας και σύμπνοιας, οι οποίες απαντούν στον αχαλίνωτο εγωϊσμό των επιτιθέμενων Ιταλών, που έχουν τη βεβαιότητα της νίκης. Όμως την ύβρη ακολουθεί η νέμεση  και η βεβαιότητα γίνεται πρώτα ψευδαίσθηση και κατόπιν ήττα για τους αδιάντροπους επιδρομείς.  

          Η 28η Οκτωβρίου 1940 καθίσταται φωτεινό ορόσημο της Ελληνικής ιστορίας. Ημέρα ξεχωριστή ανάμεσα στις ξεχωριστές, περιβάλλει με τη λαμπρότητά της έναν ακόμα επικό αγώνα των Ελλήνων. Αποδεικνύει περίτρανα το μεγαλείο της φυλής και περιφρουρεί τις ηθικές αξίες της. Περιχαρακώνει κάθε έννοια πολιτισμού υψώνοντας απόρθητο τείχος απέναντι σε κάθε μορφή βαρβαρότητας. Προσφέρει την πολυτίμητη, ζωογόνο και δροσερή αύρα της ελευθερίας. Αποτελεί προοίμιο και πρόγευση αθανασίας. Τονώνει το περί δικαίου αίσθημα του Ελληνισμού καθώς συμβολίζει παντοτινά την πάλη ενάντια στο άδικο και   ανατέλλει στις υψιπετείς καρδιές τον «νοητό ήλιο της δικαιοσύνης». Πάνω από όλα όμως είναι το ανεξίτηλο παράδειγμα για όλον τον κόσμο, όχι βέβαια για να κερδηθούν έπαινοι που τη μία ημέρα λέγονται και την άλλη λησμονούνται ανάλογα με τα ισχύοντα συμφέροντα, αλλά για να καταδειχθούν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο τα μεγέθη εκείνα που οδηγούν στην απόλυτη καταξίωση τόσο ενός έθνους όσο όμως και αυτής ακόμα της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης, την οποία υποστασιοποιούν σε όλο της το ανάπτυγμα και συντελούν στο διάβα της από το εγκόσμιο και προσωρινό στο Θείο και αιώνιο. 

          Προβάλλονται επίσης οι αξίες του εθνικού αυτοπροσδιορισμού και αυτοδιάθεσης του λαού, συνάμα με αυτήν της ειρηνικής συνύπαρξης των εθνών. Διαψεύδονται έτσι όσοι θέλουν τον πόλεμο ως διάθεση της φύσης, ως απλή συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα και στην ουσία ωραιοποιούν τις καταστάσεις υπερτονίζοντας τα κέρδη του πολέμου. Ο πόλεμος είναι μεταπτωτικό και άρα παρακμιακό φαινόμενο, δείγμα ευτελισμού των αξιών μέσα σε μία οργανωμένη κοινωνία και δείγμα αποξένωσης των ανθρώπων μεταξύ τους. Συνιστά έκφραση των πιο αρνητικών αισθημάτων, τα οποία   εξωτερικεύονται μερικές φορές με τον πιο ειδεχθή τρόπο, που απάδει εντελώς προς τον ορθόδοξο τρόπο σκέψης και ζωής. Ωστόσο όταν αυτός επιβάλλεται, τότε η άμυνα για τη διαφύλαξη «των ιερών και των οσίων» και νόμιμη και δικαιολογημένη είναι.

          Οι Έλληνες λοιπόν αναλώνονται στον αγώνα για τη διαφύλαξη των εστιών, των πολιτιστικών και πνευματικών θησαυρών. Κυρίως όμως πολεμούν,  για να έχουν την πολυτέλεια σε καιρούς χαλεπούς να αναπνέουν ελεύθερα. Κι όταν ακόμα εξαιτίας ανίερης συμμαχίας η Ελλάδα περιέρχεται στον ασφυκτικό και ταπεινωτικό ζυγό της κατοχής, ο γυμνητεύων και πένης λαός δεν παύει να ανθίσταται. Η Ελλάδα δεν ηττάται, πολύ περισσότερο δεν πεθαίνει, απλώς αναπαύεται, κάνει μία ανάπαυλα στην πολύπαθη και μακρόχρονη ιστορία της Ρωμηοσύνης. Σε καμμία περίπτωση δεν απουσιάζει από το διεθνές προσκήνιο, ούτε εξαφανίζεται στη δίνη των περιστάσεων. Είναι καταδικασμένη από την ιστορία της και τη γεωγραφική της θέση να πρωταγωνιστεί. Το ιδιαίτερο πνευματικό βάρος τόσων αιώνων μεταφέρεται από την αρχαιότητα στο Βυζάντιο, στη Ρωμανία, και από εκεί στο νεοελληνικό κράτος, στο σήμερα, σε μία αδιάσπαστη συνέχεια. Στην καρδιά των Ελλήνων η σκλαβιά δεν ευδοκιμεί. Υπάρχει μία πνευματική δύναμη, που τους ωθεί σε άοκνη πάλη και η βεβαιότητα για την  ελευθερία  της ψυχής, η οποία δεν γνωρίζει υποδούλωση, δεν φυλακίζεται, δεν σταματά να σκιρτά προς τα πιο υψηλά ιδανικά. Αυτό ακριβώς επισφραγίζει και ο Ευαγγελικός λόγος: «μη φοβείσθε από των αποκτεννόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι»[2].  Η διαπίστωση αυτή προσθέτει τόλμη και αφοβία. Κάνει τον αγώνα ακόμα πιο έντονο. Ενισχύει διαχρονικά το φρόνημα της αντίστασης απέναντι σε πολυποίκιλους και ποικιλώνυμους εχθρούς και κινδύνους.

         Το «όχι» των Ελλήνων, ηγετών και λαού, απέναντι στους εισβολείς αποτέλεσε ηχηρό κόλαφο στα καταχθόνια σχέδια της διαμορφούμενης τότε νέας τάξης πραγμάτων, η οποία με τρόπο δόλιο επεδίωκε την εξαφάνιση κάθε ιδιαιτερότητας μέσα στο πλαίσιο μίας ιδιότυπης παγκοσμιοποίησης και ισοπέδωσης των πάντων.

           Το αθάνατο «όχι» δύναται να θεωρηθεί ως έκφραση σεβασμού της ιστορικής μνήμης και κατάδειξη της αδιάσπαστης συνέχειας  του  Ελληνισμού.

            Για εμάς αποτελεί και θα αποτελεί την παρακαταθήκη και το ηθικό δίδαγμα, τον φωτεινό φάρο που θα σηματοδοτεί την πορεία του Ελληνισμού  παρατεινόμενου στους αιώνες.

Αιωνία η μνήμη των προγόνων!

                                                                   Παρασκευάς Ι. Λαλιώτης



[1] Λουκ. 12, 32

[2] Ματθ. 10, 28


Σάββατο 22 Απριλίου 2023

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!!!

 




ΧΡΙΣΤΟΣ  ΑΝΕΣΤΗ


Η οφειλή των δακρύων και η Ανάσταση 

 
 


Από το βιβλίο της Μαρίας Μουρζά "Εν μέσω κρίσης"
Εκδόσεις "Άθως"


Πηγή μας:


Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2022

Επιτέλους, θα δικαστώ!…

 


Επιτέλους, μετά από αναβολές (λόγω παρέλευσης του ωραρίου), την προσεχή Δευτέρα 10.10.22, πρόκειται να δικαστώ (αριθμός πινακίου: 5) ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, διότι λειτούργησα στην ενορία μου την 25η Μαρτίου 2020, εορτή του Ευαγγελισμού, δηλαδή επιτέλεσα το ιερατικό και εφημεριακό μου καθήκον ως επιτάσσει η εκκλησιαστική μας παράδοση και η συνείδησή μου.

Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με την τότε κυβερνητική απόφαση (ΚΥΑ 2867/16.3.20, ΚΥΑ  Δ1α/ΓΠ.οικ. 21285/28.3.20) από 16.3. – 11.4.2020 απαγορευόταν τελείως η τέλεση της Θ. Λειτουργίας σε ολόκληρη την Ελληνική Επικράτεια (ακόμα και στις Ι. Μονές και στο Άγιο Όρος!). Αποτελούσε ποινικό αδίκημα και μόνο η απλή τέλεση της Θ. Λειτουργίας ανεξάρτητα από την παρουσία η μη των πιστών στους ναούς…

Κατά τη διάρκεια της 29ετούς ιερατικής μου διακονίας έχω αξιωθεί άλλες τέσσερις φορές να βρεθώ εγκαλούμενος και κατηγορούμενος διότι δεν υπέκυψα σε πιέσεις και θέλησα να προασπιστώ τα συμφέροντα της ενορίας Αγ. Νικολάου Πατρών, στην οποία είχα τότε ως πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου την ευθύνη της διοικητικής και οικονομικής διαχείρισης.  Το διακύβευμα τότε (1995-2000) ήταν της τάξεως των 100.000.000 δρχ! Και τις τέσσερις φορές αθωώθηκα και τελικά δικαιώθηκε απολύτως ο Ναός στο σύνολο των απαιτήσεών του κατά την τότε πολυετή διένεξη.

 Αν τότε διακυβεύονταν κάποια σοβαρά υλικά συμφέροντα, στην παρούσα περίπτωση διακυβεύεται η ίδια η προσωπική και ιερατική τιμή και αξιοπρέπεια, το συνταγματικό δικαίωμα της θρησκευτικής λατρείας του λαού μας και κυρίως η ιερατική διακονία και αξιοπρέπεια του Ορθοδόξου-Έλληνα παπά.

Όπως κατ’ επανάληψη έχω δηλώσει (βλ. συνημμένες τις από 15.9.2020 εξηγήσεις μου στον αρμόδιο Εισαγγελέα) η άσκηση δίωξης για τέτοιο “αδίκημα”, αποτελεί ξεχωριστή τιμή για ένα ιερέα και έτι πλέον. την ύψιστη τιμή -το ανώτατο οφίκιο κατά την εκκλησιαστική ορολογία- μετά την ιεροσύνη, συνιστά η καταδίκη του επειδή επιτέλεσε το ιερατικό του καθήκον.   

Υπάρχει όμως μία σκιά που σκιάζει την απονεμηθείσα αυτή ιδιαίτερη τιμή: Το γεγονός ότι στην πατρίδα μας, η Νομοθετική Εξουσία εξουσιοδότησε τους αρμόδιους της Εκτελεστικής να απαγορεύσουν τελείως την τέλεση της Θ. Λειτουργίας και η αρμόδια Δικαστική Εξουσία (Εισαγγελική Αρχή) θεωρεί ως έγκλημα την τέλεση της Θ. Ευχαριστίας, τους δε υπεύθυνους ιερείς που τόλμησαν να ιερουργήσουν ως εγκληματίες, η δε Εκκλησιαστική Ηγεσία παρακολουθεί, στην καλύτερη περίπτωση, σιωπηλή και αμήχανη!

Αν αναλογιστώ ότι παρόμοια διάταξη νόμου, ποινικοποίησης της τέλεσης της Θ. Λειτουργίας, μετά τον θάνατο του Διοκλητιανού (311 μΧ) ίσχυσε στην Ευρώπη μόνο στην Αλβανία του Ενβὲρ Χότζα (1967-1990),  

αν αναλογιστώ ότι ούτε ο Μωάμεθ ο Πορθητής και οι διάδοχοί του Σουλτάνοι στα  400-500 χρόνια της Τουρκικής σκλαβιάς, ούτε ο Λένιν ούτε ο Στάλιν ούτε ο Τσαουσέσκου τόλμησαν τέτοια ασέβεια εναντίον του ίδιου του εσώτατου πυρήνα της Εκκλησίας, του Μυστηρίου της Θ. Ευχαριστίας, που τόλμησε η Ελληνική Δημοκρατία εν έτει 2020,

ασφαλώς και δεν μπορώ να πανηγυρίζω όσο θα ήθελα για την τιμή της ασκηθείσης δίωξης…