Τετάρτη 24 Απριλίου 2019

Γιατί ο Ιούδας πρόδωσε τον Χριστό;



«ΕΤΑΙΡΕ, ΕΦ’ Ω ΠΑΡΕΙ;» (ΜΤ 26,50)


Γιατί ο Ιούδας πρόδωσε τον Χριστό;

π. Μαξίμου
Ι. Μ. Παραμυθίας Ρόδου

1. Είναι απορίας άξιο, πώς ο Ιούδας πρόδωσε το Δάσκαλό του, ενώ Τον έβλεπε να κάνει τόσα μεγάλα θαύματα;

Ο Ιούδας αρχικά πρέπει να ήταν καλός. Όπως και οι άλλοι μαθητές του Χριστού, εγκατέλειψε κι αυτός για τον Μεσσία και συγγενείς και δουλειά. Σίγουρα θα υπέμεινε ταλαιπωρίες κατά τις πεζοπορίες των τριών χρόνων της δημόσιας δράσης του Χριστού. Ο Χριστός έστελνε κατά τις περιοδείες Του σε χωριά και πόλεις μαθητές Του για να προετοιμάσουν τους ανθρώπους. Οι μαθητές τότε, μαζί και ο Ιούδας, κήρυτταν για τον Μεσσία που ήλθε, κι επιβεβαίωναν τα λόγια τους με θαύματα (Ματθ. 10,1-8). Ο Ιούδας τιμήθηκε ιδιαίτερα από το Χριστό με το να κρατάει το κοινό ταμείο. Απ’ αυτό ψώνιζε και έδινε χρήματα για φιλανθρωπία σε πτωχούς (Ιωάν. 13,29). Όταν ο Χριστός ξεκίνησε από τη Γαλιλαία προς την Ιουδαία για να θυσιασθεί, Τον ακολούθησε και ο Ιούδας ακούγοντας τα λόγια του συμμαθητή του Θωμά: «Ας πάμε κι εμείς να πεθάνουμε μαζί Του» (Ιωάν. 11,16).

Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει πως ο Ιούδας είχε ήδη το πάθος της φιλαργυρίας (12,6). Φαίνεται πως υπέπεσε στο πάθος αυτό και οδηγήθηκε στην απιστία προς το Χριστό. Η φιλαργυρία άνοιξε την ψυχή του στο σατανά, έδωσε δικαιώματα στον πονηρό.

Ο Ευαγγελιστής Λουκάς (22,3) γράφει ότι, πριν συνεννοηθεί ο Ιούδας με τους αρχιερείς για την παράδοση, ο σατανάς εισήλθε μέσα του. Αυτό το επιβεβαιώνει και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης (13,2) λέγοντας ότι ο σατανάς έβαλε στην καρδιά του Ιούδα την προδοσία. Ο ίδιος Ευαγγελιστής αναφέρει στο τέλος του Μυστικού Δείπνου ότι εισήλθε πάλι ο σατανάς στον Ιούδα (13,27). Ας το δούμε: Στη Βηθανία άλειψε τα πόδια του Χριστού μία γυναίκα με πολύτιμο μύρο. Ο Ιούδας με κάποιους μαθητές διαμαρτυρήθηκαν αγανακτισμένοι (Ματθ. 26,8 και Ιωάν. 12,4-6). Η διαμαρτυρία είναι δείγμα αμφισβήτησης του αλάθητου του Χριστού: πώς επέτρεψε αυτή την απώλεια; Όταν ο Χριστός επενέβη και ζήτησε να μην πικραίνουν τη γυναίκα για την εκδήλωση της αγάπης της, επειδή ετοίμασε το σώμα Του για τον ενταφιασμό, οι άλλοι σιώπησαν ταπεινά, ο Ιούδας όμως, ενοχλημένος και επηρεασμένος από το σατανά, πήγε για την προδοσία. Ο εγωισμός τον τύφλωσε. Σίγουρα ο Ιούδας δεν πίστευε στη θεότητα του Χριστού. Ένας Θεός αξίζει κάθε τιμής και θυσίας και δεν προδίδεται. Ήθελε να κάνει το δάσκαλο στο Χριστό. Μάλιστα έκρυψε τη φιλαργυρία του στο δήθεν ενδιαφέρον του για τους φτωχούς. Οι αμαρτωλοί συνήθως προσπαθούν να καλύπτουν τις αμαρτίες τους και να τις δικαιολογούν.

Με τη μεσολάβηση του Ιούδα οι αρχιερείς χάρηκαν (Μάρκ. 14,11 και Λουκά 22,5), γιατί θα μπορούσαν να συλλάβουν το Χριστό μακριά από τον όχλο και σε ώρα νυκτερινή, που όλοι κοιμούνται. Ο Ιούδας μάλιστα φανερά τους βεβαίωσε και τους έδωσε την υπόσχεση, ότι θα παραδώσει το Χριστό χωρίς την παρουσία του όχλου (Λουκά 22,6).

Η αιτία της προδοσίας δεν ήταν τόσο η φιλαργυρία, όσο ο εγωισμός του. Αν ήταν αποκλειστικά φιλάργυρος, θα έφευγε πιο νωρίς από το φτωχό δάσκαλο Χριστό. Αν και στο παρελθόν έκλεβε χρήματα, δεν εγκατέλειψε, όμως, το Χριστό. Τώρα τον εγκαταλείπει, γιατί θίχθηκε ο εγωισμός του. Αν δεν είχε μεγάλο εγωισμό, θα συνέχιζε να κλέβει και δεν θα πρόδιδε το δάσκαλό του. Βέβαια είχε και φιλαργυρία, γιατί πήρε και χρήματα για να προδώσει το Χριστό.

Ίσως ο Ιούδας, όταν έχασε την πίστη του στη θεία προέλευση του Χριστού, άρχισε να εξηγεί τα θαύματα του Χριστού, όπως οι Φαρισαίοι, ως δαιμονικές ενέργειες. Ο εγωισμός σκοτίζει τον άνθρωπο, ώστε να μη διακρίνει το σωστό.

Ο Ιούδας τυφλώθηκε από τη φιλαργυρία, τον εγωισμό και το διάβολο και δεν έβλεπε τι πήγαινε να κάνει.

2. Η προδοσία του Ιούδα ήταν αναπόφευκτη και έπρεπε να γίνει;

Το ότι ένας μαθητής θα γινόταν προδότης, ο Θεός το προγνώριζε. Άλλωστε το προφήτευσε και ο Δαβίδ στην Π.Δ. (Ψαλ. 40,10). Ο Χριστός το προφήτευσε πολλές φορές. Ο Χριστός το προγνώριζε, αλλά δεν το προκαθόρισε. Το προφήτευσε, επειδή θα γινόταν. Ο Θεός είδε την προδοσία και την προείπε. Δεν φταίει η πρόγνωση του Θεού, αλλά η ελευθερία του Ιούδα.

Όταν, μετά τον πολλαπλασιασμό των πέντε άρτων και των δύο ιχθύων, πολύ πριν από το πάθος, μιλούσε ο Χριστός για την Θεία Κοινωνία, το σώμα και το αίμα Του, μερικοί μαθητές Του είπαν: «σκληρός είναι ο λόγος αυτός» και έφυγαν από κοντά Του. Ο Χριστός τότε είπε στους δώδεκα: «Μήπως θέλετε και σεις να φύγετε;». Ο Πέτρος απάντησε: «Πού να πάμε, εσύ μας μιλάς για την αιώνια ζωή και πιστεύσαμε και διαπιστώσαμε ότι εσύ είσαι ο Χριστός, ο υιός του Θεού του ζωντανού». Αποκρίθηκε ο Χριστός: «Εγώ δε σας διάλεξα εσάς τους δώδεκα; Κι όμως ένας από σας είναι διάβολος (κατήγορός μου)». Εδώ εννοούσε τον Ιούδα (Ιωάν. 6,60-71). Εδώ ο Χριστός λέει το παράδοξο: «αν και σας διάλεξα εγώ, ανάμεσά σας υπάρχει και προδότης».

Η θυσία του Χριστού στο σταυρό ήταν πιο επώδυνη, αφού προδόθηκε από έναν μαθητή Του. Αυτή η προδοσία μάς διδάσκει πως κινδυνεύουν όλοι όσοι βρίσκονται κοντά στο Χριστό. Ο Ιούδας αποτελεί πρότυπο πολλών μελλοντικών προδοτών. Αν ο μαθητής του Χριστού που έβλεπε τα μεγάλα θαύματα του Χριστού τον πρόδωσε, πόσο κινδυνεύουν οι μεταγενέστεροι που δε βλέπουν άμεσα το Χριστό και τα θαύματά Του;

Ο Χριστός θα συλλαμβανόταν και θα θυσιαζόταν και χωρίς τη μεσολάβηση του Ιούδα. Δεν είναι δυνατόν ο πανάγαθος Θεός να χρησιμοποιεί έναν άνθρωπο για το σχέδιό Του οδηγώντας τον στην αιώνια απώλεια. Αν έκανε θεάρεστο έργο ο Ιούδας, δε θα τον άφηνε ο Θεός να αυτοκτονήσει. Ο Ιούδας δείχνει τη μεγάλη διαφθορά των ανθρώπων και την ανάγκη της θείας θυσίας.

3. Γιατί ο Χριστός άφησε το μαθητή Του τον Ιούδα να τον προδώσει;

Ο Χριστός πολλές φορές προσπάθησε να τον αποτρέψει από την προδοσία. Αρκετό χρόνο πριν από το πάθος Του ο Χριστός επανειλημμένα (Ματθ. 12,40. 16,21-28. 17,12. 17,22-23. 20,17-19) προετοίμαζε τους μαθητές Του για το πάθος Του. Τους έλεγε πως θα πάθει πολλά, θα αποδοκιμασθεί από τους θρησκευτικούς άρχοντες, θα θανατωθεί και την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί.

Σε μία προαναγγελία του Πάθους Του (Ματθ. 16,21-28), ο Πέτρος αντέδρασε και ζήτησε να μη συμβεί το πάθος. Ο Χριστός είπε στον Πέτρο: «Ύπαγε πίσω μου σατανά …δεν ακολουθείς το θέλημα του Θεού, αλλά σκέφτεσαι ανθρώπινα». Στη συνέχεια ζήτησε από τους μαθητές Του αυταπάρνηση και είπε: «τι θα ωφεληθεί ο άνθρωπος, εάν τον κόσμο όλο κερδίσει, αλλά χάσει την ψυχή του». Αυτά τα λόγια ήταν και μία σκληρή προειδοποίηση στον Ιούδα για το χάσιμο της ψυχής Του για 30 αργύρια.

Στο Μυστικό Δείπνο μετά το πλύσιμο των ποδιών των μαθητών Του ο Χριστός είπε: «εσείς είστε καθαροί, αλλ’ όχι όλοι» (Ιωάν. 13,10-11). Γνώριζε αυτόν, που θα Τον παραδώσει. Στη συνέχεια, ενώ διδάσκει την ταπείνωση (γι’ αυτό έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του), προειδοποιεί πάλι τον Ιούδα λέγοντας την προφητεία του Δαβίδ (Ψαλ. 40,10): «Εκείνος που τρώει μαζί μου ψωμί σήκωσε και με χτύπησε με τη φτέρνα του». Στην υποκριτική αταραξία του Ιούδα ο Χριστός ταράχθηκε για την απώλεια της ψυχής του και είπε καθαρά ότι κάποιος θα τον προδώσει (Ιωάν. 13,21). Ο Ιούδας πάλι έκανε τον ανήξερο. Ο Χριστός τον φανερώνει έμμεσα λέγοντας: «εκείνος που βούτηξε μαζί μου στην πιατέλα το ψωμί, αυτός θα με παραδώσει» (Ματθ. 26,23). Κι ενώ ο Ιούδας συνέχιζε να κρύβεται, λέει ο Χριστός απειλητικά: «αλίμονο στον άνθρωπο εκείνο μέσω του οποίου ο υιός του ανθρώπου (ο Μεσσίας) θα παραδοθεί. Καλό θα ήταν γι’ αυτόν να μην είχε γεννηθεί (Ματθ. 26,24). Κι ενώ όλοι έλεγαν «μήπως είμαι εγώ», ο Ιούδας, για να μη φανερωθεί με τη σιωπή του, Τον ρώτησε κι αυτός χωρίς ντροπή: «μήπως είμαι εγώ»; Ο Χριστός τού είπε: «Συ το είπες», δηλ., όπως το είπες.

Ο επιστήθιος μαθητής Του αναφέρει πως ο Χριστός στο όρος Γεθσημανή έριξε κάτω προς τα πίσω τον Ιούδα και τους στρατιώτες, όταν τον πλησίασαν (Ιωάν.18,5-6). Ο Ιούδας δε συγκλονίσθηκε, αλλά υποκριτικά χαιρέτησε το Χριστό λέγοντας «χαίρε ραββί» και Τον φίλησε εγκάρδια, «κατεφίλησεν αυτόν» (Ματθ. 26,49). Ο Χριστός δεν του κακομίλησε, αλλά του είπε: «φίλε, γι’ αυτό που ήλθες εδώ, προχώρα» (Ματθ. 26,50). Ο Λουκάς (22,48) συμπληρώνει τα λόγια του Χριστού με την ερώτηση: «με φίλημα παραδίδεις τον Υιό του ανθρώπου;». Σα να του έλεγε: γνωρίζω γιατί ήρθες, είσαι προδότης, δε με ξεγελά το θερμό φιλί σου.

Ο Χριστός προσπάθησε να τον συνετίσει. Ο Ιούδας, όμως, ήταν αμετάπειστος στην προδοσία.

4. Μήπως ο Ιούδας πρόδωσε το Χριστό, επειδή δεν ήταν ο απελευθερωτής από τους Ρωμαίους;

Ο Χριστός ποτέ δε μίλησε για επανάσταση όπλων. Οι προειδοποιήσεις για το πάθος Του αποκλείουν κάθε ενδεχόμενο για επανάσταση. Αν ο Ιούδας ήταν ζηλωτής, δηλαδή επαναστάτης, θα έπρεπε να περιμένει μήπως ο Χριστός δείξει αργότερα τις θείες δυνάμεις Του και απελευθέρωνε το λαό. Με την προδοσία του οδηγούσε το Χριστό στην αφάνεια. Με το θάνατο του Χριστού δεν κέρδισε τίποτε η υπόθεση της επανάστασης. Αν ο Χριστός απογοήτευσε τον Ιούδα, ας τον εγκατέλειπε κι ας περίμενε άλλον απελευθερωτή Μεσσία.

Επίσης ο επαναστάτης Ιούδας δε δικαιολογεί τη μεταμέλεια του προδότη και τον απαγχονισμό. Όταν επέστρεψε τα χρήματα, είπε στους αρχιερείς: «παρέδωσα αίμα αθώο» (Ματθ.27,4). Ο επαναστάτης Ιούδας, επίσης, έπρεπε να κρατήσει τα χρήματα για τις ανάγκες της αναμενόμενης επανάστασης. Με τον απαγχονισμό του δεν άλλαξε η κατάσταση της ρωμαιοκρατίας.

Όλος ο λαός περίμενε απελευθερωτή Μεσσία. Όταν ο Χριστός πολλαπλασίασε τους πέντε άρτους και τα δύο ψάρια και έφαγαν χιλιάδες άνθρωποι, έλεγαν όσοι έφαγαν: «πραγματικά αυτός είναι ο αναμενόμενος προφήτης. Ο Χριστός αντιλήφθηκε ότι σκοπεύουν να τον κάνουν βασιλιά, και αναχώρησε στο όρος μόνος Του» (Ιωάν. 6,14-15).

Και οι μαθητές του Χριστού περίμεναν από το Μεσσία απελευθέρωση. Δύο μάλιστα από τους πιο κοντινούς, τα αδέλφια Ιάκωβος και Ιωάννης, μαζί με τη μητέρα τους ζήτησαν από το Χριστό, όταν σε λίγο θα γινόταν βασιλιάς στα Ιεροσόλυμα, να τους βάλει δίπλα στο θρόνο Του δεξιά και αριστερά. Ο Χριστός τους εξήγησε ότι στα Ιεροσόλυμα τον περιμένει πικρό ποτήρι, πηγαίνει για πάθος (Ματθ. 20,20-23). Αυτοί όμως δεν πρόδωσαν το δάσκαλό τους.

Ο Ιούδας δεν ήταν επαναστάτης, αλλά μικρόψυχος, εγωιστής και φιλάργυρος.

5. Ο Ιούδας δε μετανόησε, όταν επέστρεψε τα τριάντα αργύρια και είπε στους αρχιερείς ότι αμάρτησε παραδίδοντας αίμα αθώο;

Άλλο πραγματική μετάνοια κι άλλο απλή μεταμέλεια. Η πραγματική μετάνοια χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια για διόρθωση του κακού, ενώ η απλή μεταμέλεια είναι αλλαγή σκέψης (απλή μεταστροφή) χωρίς καμία προσπάθεια διόρθωσης του κακού. Ο Ιούδας αναγνώρισε το λάθος του, αλλά δεν έκανε κάτι για να το διορθώσει. Αν μετανοούσε πραγματικά, θα πήγαινε να βρει το Χριστό και με δάκρυα θα ζητούσε τη συγχώρηση, όπως έκανε ο Πέτρος.

Το ότι αυτοκτόνησε δείχνει ότι ο εγωισμός του τώρα λειτούργησε αυτοκαταστροφικά. Προφανώς έβαλε και το χέρι του κι ο διάβολος και τον οδήγησε στην απελπισία.

Αν ο Ιούδας μετανοούσε πραγματικά, θα σωζόταν.


Πηγή μας:



Σάββατο 20 Απριλίου 2019

ΓΕΡΩΝ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΛΑΖΑΡΗΣ: «Να κρατήσουμε την πίστη μας στον Κύριο»




ΓΕΡΩΝ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΛΑΖΑΡΗΣ: 
«Να κρατήσουμε την πίστη μας στον Κύριο»

«Αυτά πού θα δουν τα μάτια μας και θ’ ακούσουν τ’ αυτιά μας από εδώ και πέρα δεν θα τα έχουμε ποτέ ξαναδεί, ούτε ξανακούσει…

Στους έσχατους χρόνους οι χριστιανοί θα πορεύονται, όπως θα διατάσσει τότε ό Κύριος. Όμως εκεί θα είναι ό Κύριος και δεν θ’ αφήσει τον άνθρωπο, θα μας βοηθά σε ότι θέλουμε. Δεν θα μας αφήσει, να είστε βέβαιοι και πιστοί. Γιατί αυτό θέλει να έχουμε εκείνες τις μέρες: ΠΙΣΤΗ!

Πάνω απ’ όλα, παιδιά μου, να κρατήσουμε την πίστη μας στον Κύριο, και ας έρθουν μέρες δύσκολες και ας έρθουν μέρες δοκιμασίας. Μέσα στους αιώνες πέρασαν τέτοιες εποχές. Και βλέπουμε, άλλους τούς σταυρώνανε στον σταυρό, άλλους τούς έκοβαν είκοσι κομμάτια, όμως δεν προδώσανε τον Χριστό και ζούνε στους Ουρανούς στους αιώνες των αιώνων. Πόσο μεγάλη πίστη είχαν! Και αυτή ή πίστη δεν είναι μόνο για τα δύσκολα μελλοντικά πράγματα, είναι γενικώς. Ή πίστη είναι ή κινητήριος δύναμις και χωρίς αυτήν ό άνθρωπος δεν θα κατόρθωνε τίποτα. Ζητούσε πίστη ό Κύριος!»

ΒΙΒΛΙΟΓ. ΓΕΡΩΝ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΛΑΖΑΡΗΣ

Πηγή: orthodoxianews

Πηγή μας:

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ! 



Παρασκευή 19 Απριλίου 2019

Οι θρησκευτικές οργανώσεις υπό το φως της ορθόδοξης παραδοσιακής πνευματικότητας



Παραδοσιακή πνευματικότητα και θρησκευτικές οργανώσεις

Κώστας Νούσης, Θεολόγος – Φιλόλογος

Οι θρησκευτικές οργανώσεις υπό το φως της ορθόδοξης παραδοσιακής πνευματικότητας

«Οι παρεκκλησιαστικές οργανώσεις αποτέλεσαν σε πρόσφατες αναλύσεις μας[1] το αντικείμενο φαινομενικά δριμείας θεολογικής κριτικής, κατ’ ουσίαν ωστόσο πρόκειται για προσπάθεια μιας εις βάθος και επισταμένης εκκλησιολογικής και θεολογικής τους ανάκρισης υπό το φως της ορθοδόξου παραδόσεως, όπως επανειλημμένως και δεόντως έχουμε τονίσει. Ίσως κατέστημεν σε μερικούς δυσάρεστοι με το εγχείρημά μας τούτο. Δεν θα ήταν, όμως, σε καμιά περίπτωση οποιοδήποτε πρόσχημα ανθρωπαρέσκειας ή ετέρας αδυναμίας και εμπάθειας ικανός και σοβαρός ανασταλτικός παράγοντας κατά την αναζήτηση και την έκφραση της αλήθειας των πραγμάτων.

Κάποιος φίλος παρατήρησε στον γράφοντα ότι αρκετά από τα δυτικότροπα και λοιπά αντορθόδοξα στοιχεία που απαντώνται στους χώρους των παρεκκλησιαστικών οργανώσεων τα συναντάμε και στους αντίστοιχους των ενοριών ή και των μοναστηριών. Δεν θα αντέλεγα στην μερική ορθότητα της συγκεκριμένης επισήμανσης, ωστόσο η ομοείδεια κάποιων φαινομένων δεν θα πρέπει να μας οδηγεί σε λαθεμένες γενικεύσεις και άτοπα συμπεράσματα. Και τούτο, διότι το πρόβλημα δεν έγκειται εν προκειμένω σε περιπτωσιολογικούς εντοπισμούς ομόλογων καταστάσεων στον ενδοεκκλησιαστικό χώρο, αλλά στην εγγενή προβληματική των παρεκκλησιαστικών συνασπισμών. Τα δυτικά απολιθώματα του παρελθόντος – οι τελευταίοι δηλαδή – σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν και δεν πρέπει να συγκριθούν και να ταυτισθούν με τα καθαρόαιμα και παραδοσιακά εκκλησιαστικά σχήματα – ήτοι τις επισκοπικές ενορίες και τα μοναστήρια – στα οποία η όποια διαστροφική πορεία είτε είναι περιστασιακό και ατυχές φαινόμενο είτε συνιστά εκτροπή εξ επιδράσεως των προτύπων των παρ-εξω-εκκλησιαστικών θρησκευτικών οργανώσεων και σωματείων.

Οι θρησκευτικές οργανώσεις ήταν κάποτε τόσο πολύ «της μόδας» και είχαν εισχωρήσει τοσούτον βαθέως στην εκκλησιαστική ζωή και πνευματικότητα, όπου «παρέσυραν» σε (εξωτερική εξάπαντος) συνεργασία και ηγιασμένες προσωπικότητες (βλ. ενδεικτικά π. Αμφιλόχιο Μακρή). Τούτο, βεβαίως, αφενός ούτε αμνηστεύει τη σωρεία των εξ εκείνων εκπορευόμενων εκτροπών και διαστρεβλώσεων της ορθόδοξης πνευματικότητος, ούτε αφετέρου θα μπορούσε να καταχωρηθεί ως αξιόλογο άλλοθι και αξιόπιστο επιχειρηματικό έρεισμα σε όποιον θα επιθυμούσε να δικαιώσει την προσφορά τους στην Ελλαδική Εκκλησία. Θα επεσήμανα εδώ επιπρόσθετα πως ακόμη και η περίπτωση ηγιασμένων μονάδων προερχομένων εξ αυτών – βλέπε π. Νικόλαο Κογιώνη – είτε συνεργαζομένων για ποικίλους λόγους μετ’ αυτών, όπως αμέσως προαναφέραμε, δεν επαρκούν με καμιά αναδρομική ισχύ να στηρίξουν το από κάθε έποψη φύσει προβληματικό τούτο οικοδόμημα που ακούει στο όνομα θρησκευτικές οργανώσεις, ιδία εξαιτίας και σύμφωνα με την εξελικτική τους πορεία μέχρι τις μέρες μας.

Η Εκκλησία πρέπει εξάπαντος να επαναπροσδιορίσει την άχρι τούδε παθητική στάση της απέναντι στο πολύπλοκο και χρονίζον τούτο πρόβλημα και να λάβει γενναίες αποφάσεις, προασπιζόμενη την ορθόδοξη αυτοσυνειδησία της και  την πνευματική ωφέλεια των τέκνων της, εστιάζουσα προπαντός στα θύματα τής εν λόγω δυτικόφερτης πνευματικότητας. Η αναβλητικότητα, η εθελοτυφλία, η ανθρωπάρεσκη αναποφασιστικότητα, η εφάμαρτη απάθεια και η διάτρητη θεραπεία και προσκόλληση σε νόθους και νοσηρούς τύπους πνευματικής ζωής και εκκλησιαστικής οργάνωσης δεν μπορεί να υποστηριχθεί πλέον σοβαρά, κάτω μάλιστα από την ισχυρή πίεση των μετανεωτερικών αλλαγών, προκλήσεων και απαιτήσεων.

Εφόσον θεωρούμε ως ορθόδοξοι χριστιανοί πως ουδέν τυχαίον εστίν, μπορούμε να πούμε ότι η θεία πρόνοια οικονόμησε να πέσει τελευταία στα χέρια του γράφοντος ένα διαφωτιστικό σχετικά βιβλίο (Άννας Κωστάκου – Μαρίνη, Δύσκολο να ζεις μ’ έναν Άγιο, εκδ. Επτάλοφος, Αθήνα 2012), ελπίζοντας θεαρέστως και ευχόμενοι ο Θεός να αποκαλύπτει σταδιακά την αλήθεια των πραγμάτων, όπως εν προκειμένω δια των συγχρόνων αγίων Του. Με έκπληξη, λοιπόν, διάβασα μέσα από τις αυτοβιογραφικές σελίδες της συγγραφέως νέα στοιχεία περί της γνωστής στάσης του νεοφανούς οσίου Πορφυρίου έναντι των εν λόγω θρησκευτικών οργανώσεων.[2]

Διαβάζουμε σχετικά: «της είχε πει, ωστόσο, ο Γέροντας για μια κυρία, που μιλούσε κάπως περίεργα για τον Θεό, με ωραίες φράσεις, με μια συναισθηματική ορολογία, που κατά τη γνώμη της δεν έπειθε. Κι όμως, μια άλλη φορά, ο ίδιος είχε πει κάτι, που την είχε ξαφνιάσει και την είχε αφήσει άφωνη. Επρόκειτο για μια συντροφιά επισκεπτών, με κηρυκτικό ζήλο, σεμνών και αξιοπρεπών, που ανήκε σε θρησκευτική οργάνωση. Μετά την αναχώρησή τους, είπε μ’ ένα χαμόγελο απορίας ο Γέροντας, χωρίς ίχνος μομφής: – Αυτοί, τι να σου πω παιδί μου, δεν πιστεύουν στον Χριστό!» (σσ. 100-101). Και εμείς, άλαλοι και εμβρόντητοι ως η συγγραφεύς, ιστάμεθα ενεοί προ αποκαλύψεων του Πνεύματος δυσνοήτων έως ακαταλήπτων, κατερχόμενοι μαζί με τον Άγιο στα μυστηριακά και σκοτεινά βάθη των ανθρωπίνων πραγματικοτήτων, σε αλήθειες κάθετα αντίθετες με τη βιτρίνα της υπερβαλλούσης «πνευματικότητος» και του σούπερ ιεραποστολικού προφίλ ενίων…

Και λίγο παρακάτω: «εκείνος της είπε πολύ σοβαρά: – Έτσι έχουν συνηθίσει αυτοί να βλέπουν την θρησκευτική ζωή. Δεν μπορούσα να του πω τώρα κάτι άλλο, κι ας το είχε ανάγκη. Αν ξανάρθει… Ήξερε πως ο νεαρός και οι δικοί του ήταν μέλη θρησκευτικής οργάνωσης. Η διακριτική του παρατήρηση τής ξεδιάλυνε και την απορία της για τον λόγο που τον έκανε να μη δεχθεί κάποιον, που τον θεωρούσε εκείνη ευσεβή και σοφό. Της είχε πει και τότε: – Αυτοί έχουν τον δικό τους τρόπο να βλέπουν την πίστη και την Εκκλησία» (σσ. 110-111).

Αυτή η κακή συνήθεια, η αλλόφερτη, τούτη η πνευματική, η φαρισαΐζουσα αυτάρκεια, ο προκείμενος κακός και αντιορθόδοξος τρόπος τού οράν την Εκκλησία και την πίστη: εδώ έγκειται το όλο ζήτημα. «Έτσι είπε χωρίς να χαρακτηρίσει αυτό τον τρόπο. Αργότερα παρατήρησε καλύτερα τα λόγια και τη στάση τους. Στηρίζονταν σχεδόν απόλυτα στις θεολογικές τους γνώσεις. Δεν υπήρχε χώρος μέσα τους για τον λόγο του Γέροντα» (σ. 111). Θα πρόσθετα εδώ πως ίσως δεν υπάρχει χώρος για τον λόγο της Εκκλησίας, του ίδιου του Χριστού…

Στον αντίποδα της νοσηρής τούτης νοοτροπίας, της σχεδόν αιρετικής, ίσταται η αγαπητική, η ξενίζουσα, η πραεία και συμπάσχουσα στάση του οσίου Πορφυρίου απέναντι σε Καθολικούς μοναχούς, που διψούσαν για τα λαγαρά νάματα του αρχέγονου χριστιανισμού και για τη νοερά προσευχή: «ασκητεύουν ορθόδοξα, το ξέρεις; Δεν θα τους αφήσει ο Θεός»(σ. 124). Ο Κύριος έχει δώσει αρκετά δείγματα στο παρελθόν αναφορικά με την άρση των πρωτοτοκίων, της ευαρέσκειας, της κλήσης και της Χάρης Του, όπως βλέπουμε για παράδειγμα στην περίπτωση του Ισραήλ και των «Ελλήνων», των ελληνιστών ειδωλολατρών. Ας προσέξουμε, επομένως, εμείς οι σημερινοί «ορθόδοξοι», οι τόσο βέβαιοι για την ορθοπραξία και τον ζήλο μας, για τη δήθεν ανωτερότητα και καθαρότητά μας – ο νοών νοείτω περί των χώρων εκκόλαψης τοιούτων ιδεοληψιών – μήπως αυτοί που μας χορήγησαν κάποτε εξ Εσπερίας τοιαύτα αντιχριστιανικά σύνδρομα, προάγουσιν νυν ημάς εις την Βασιλείαν του Θεού (Ματθ. 21:31), την ίδια ώρα που εμείς, «οι εκλεκτοί», με τις ευλογίες ή κωφεύσεις των πνευματικών προϊσταμένων μας, αναπαυόμαστε στις σχετικές πεπλανημένες αυτοδικαιωτικές καταστάσεις και στις θρησκευτικές εμμονές μας, που κάποτε μας κληροδότησαν εκείνοι, οι κατηχούμενοι, οι προσήλυτοι, οι αφανείς και καινοί «Ορθόδοξοι» του σήμερα…»

[1] http://www.pemptousia.gr/2014/11/ekklisiastikes-organosis-realistiki-prooptiki-i-outopiki-prosdokia/ και http://www.pemptousia.gr/2014/11/o-ekklisiasmos-ton-organoseon/

[2] Κ. Νούση, Όσιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης, Εκκλησιολογία – Θεολογία, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2014, σσ. 98, 156.

Πηγή μας: