Κυριακή 1 Απριλίου 2018

1η Απριλἰου 1955: Ξεκινά ο ηρωικός αγώνας της ΕΟΚΑ στην Κύπρο για την ένωση με την μητέρα πατρίδα... την Ελλάδα!



Γιατί η λέξη πατρίδα είναι μία λέξη τόσο γλυκιά!

Γιατί ο πατριωτισμός δεν διχάζει αλλά ενώνει!

Για την σημερινή επέτειο του ανυπέρβλητου αγώνα της ηρωικής ΕΟΚΑ, αναδημοσιεύουμε το βαθύτατα πατριωτικό κείμενο του μεγάλου αγωνιστή και εμπνευσμένου δασκάλου των καιρών μας κ. Δημήτρη Νατσιού, ενάντια στην συστηματικά επιχειρούμενη ιστορική λήθη της εποχής μας...



Δημήτρης Νατσιός: «Τά παιδιά τῆς ΕΟΚΑ... οἱ ἄλλοι ἥρωες τοῦ ’21!»



«Ἡ Ρωμιοσύνη ἐν’ φυλή συνότζιαιρη τοῦ κόσμου
Κανένας δέν εὑρέθηκεν γιά νά τήν ἠξηλείψει,
κανένας, γιατί σσέπει την πού τά ’ψη ὁ Θεός μου.
Ἡ Ρωμιοσύνη ἐν’ νά χαθεῖ, ὄντας ὁ κόσμος λείψει!
(Βασίλης Μιχαηλίδης )

Τούτοι οἱ στίχοι πού θά τούς ζήλευε -ἄς μοῦ συγχωρεθεῖ ἡ ὑπερβολή-κι ὁ Σολωμός, εἶναι ἀπό τό ἀριστούργημα τοῦ ἐθνικοῦ ποιητῆ τῆς Κύπρου (καί τῆς Ἑλλάδας ὅλης), Βασίλη Μηχαηλίδη (1849-1917), πού ἔχει τίτλο « Ἡ 9η Ἰουλίου 1821 ἐν Λευκωσίᾳ ἤ τό τραούδιν τοῦ Κυπριανοῦ». Αὐτά τά ἀθάνατα καί ἀνδρεῖα λόγια βάζει ὁ ποιητής στό στόμα τοῦ ἐθνομάρτυρος ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανοῦ, νά λέει στούς Τούρκους, λίγο πρίν τόν ἀπαγχονίσουν στήν Λευκωσία. Μαζί του ἀποκεφαλίζονται τρεῖς μητροπολίτες, ὁ Πάφου Χρύσανθος, ὁ Κιτίου Μελέτιος, ὁ Κυρηνείας Λαυρέντιος καί ἑκατοντάδες ἄλλοι κληρικοί, ἡγούμενοι μονῶν, προύχοντες τῆς νήσου, ὡς ἀντίποινα γιά τήν Ἐθνική Ἐπανάσταση τοῦ ’21. (Κατά τά ἄλλα -σύμφωνα μέ τούς γνωστούς διανοούμενους τοῦ συρμοῦ, ἐκκλησιομάχους- ἡ Ἐκκλησία στάθηκε ἀρνητική στόν Ἀγώνα. Ὅσοι ἀσχολοῦνται μέ τήν ἱστορία μας, γνωρίζουν ὅτι ὅλοι οἱ κατακτητές, τούς πρώτους πού κρεμοῦσαν ἦταν οἱ παπάδες. Ἐκεῖνοι γνώριζαν καί γνωρίζουν ὅτι τά λάβαρα τῆς ἀντίστασης καί τῆς ἐπανάστασης τά κρατάει, σέ τούτη τήν πατρίδα, τό τιμημένο ράσο).


Πρίν ἀπό 20 περίπου χρόνια, στήν Κύπρο, σέ κάποιο σημεῖο τῆς «νεκρῆς ζώνης» (ἐκεῖ ὅπου διχοτομεῖται τό νησί στά δύο ἐδῶ καί σαράντα χρόνια), πέφτει νεκρός ἀπό σφαῖρες ἄνανδρων Τούρκων ἕνα 26χρονο παλληκάρι, ὁ Σολωμός Σπύρου Σολωμός. Σκαρφάλωνε ἄοπλος στόν ἱστό, γιά νά κατεβάσει τό κατοχικό σύμβολο τοῦ ψεύδους καί τοῦ αἵματος: τήν «τουρκοκυπριακή σημαία». Ἐκεῖ τόν βρῆκε τό βόλι... Καί τό ἡρωικό Ἑλληνόπουλο -πού εἶχε ἴδιο καί τό ὄνομα καί τό ἐπίθετο μέ τόν ποιητή πού ἔγραψε τόν  «Ὕμνο στήν Ἐλευθερία»!- πέρασε ἐλεύθερα στήν ἀθανασία!

Πῆγαν μετά ἀπό μέρες στόν πατέρα τοῦ ἥρωα, γιά νά τοῦ προσφέρουν οἰκονομική ἐνίσχυση, ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς τῶν  Ἑλλήνων. Ἀρνιόταν πεισματικά, ὄντας φτωχός μά περήφανος. Πείστηκε, ὅταν τοῦ εἶπαν πώς δέν ἔπρεπε νά προσβάλει τούς ἐκπροσώπους τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, γιατί ἤθελαν μόνο νά τιμήσουν τόν ἥρωα γυιό του. Μόλις πῆρε τήν ἐπιταγή, τήν κατέθεσε ἀμέσως στό Ταμεῖο Ἄμυνας τῆς Κύπρου. Ὅταν τόν ρώτησαν, γιατί τό ἔκανε, ἀπάντησε ὁ λεβεντόγερος: «Τί νόμισαν, ὅτι θά ἔτρωγα ἐγώ ἀπό τό αἷμα τοῦ παιδιοῦ μου; Φαντάζεστε νά πήγαιναν στόν Πιερῆ Αὐξεντίου μέ μίαν ἐπιταγή καί νά τοῦ ’λεγαν: “Αὐτά εἶναι γιά τή θυσία τοῦ γυιοῦ σου”; Θά τούς σκότωνε!».

Τόν Μάρτιο τοῦ 1957, οἱ Ἄγγλοι δολοφόνοι καί κατακτητές, καλοῦν τόν Πιερῆ Αὐξεντίου -τόν πατέρα τοῦ Γρηγόρη Αὐξεντίου, τοῦ θρυλικοῦ ἀητοῦ τοῦ Μαχαιρᾶ- στίς Κεντρικές Φυλακές τῆς Λευκωσίας, γιά νά ἀναγνωρίσει τόν νεκρό γυιό του. (Στίς 3 Μαρτίου μιά ὁλόκληρη ταξιαρχία πεζικοῦ τῶν Ἄγγλων -5.000 στρατιῶτες- ἐπί 10 ὁλόκληρες ὧρες ἔδωσε μάχη μέ τόν 29χρονο ὑπαρχηγό τῆς ΕΟΚΑ Γρηγόρη Αὐξεντίου. Μπροστά στό ἀλύγιστο θάρρος του, ὅταν οἱ Ἄγγλοι κατάλαβαν ὅτι δέν μποροῦσαν μέ ἄλλο τρόπο νά τόν ἐξαναγκάσουν νά παραδοθεῖ, τόν περιέλουσαν μέ βενζίνη καί τόν ἔκαψαν μέσα στό κρησφύγετό του!!). Ὁ τραγικός πατέρας ἀντικρίζει ἀγέρωχα τό ἀπανθρακωμένο λείψανο τοῦ μοναχογυιοῦ του, καί ἀπαγγέλει τούς παρακάτω αὐτοσχέδιους στίχους, πού κρύβουν στίς φυλλωσιές τους ὅλες τίς ἡρωικές σελίδες τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας:

Δέν κλαίω πού σέ ἔχασα
πού σ’ εἶχα γιά καμάρι
κλαίω πού δέν ἔχω ἄλλο γυιό
τή θέση σου νά πάρει!

Ἑξήντα χρόνια συμπληρώθηκαν φέτος ἀπό τόν ἐπικό ἐκεῖνον ἀγώνα κατά τῆς Ἀγγλοκρατίας στήν Κύπρο. 1η Ἀπριλίου τοῦ 1955. Δεκάδες ἐκρήξεις συγκλονίζουν τήν Λευκωσία, σημαίνοντας τήν ἔναρξη τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγώνα τῆς ΕΟΚΑ ( Ἐθνική Ὀργάνωση Κυπρίων Ἀγωνιστῶν). Στήν προκήρυξη, τήν ὁποία ὑπογράφει ὁ ἀρχηγός της Διγενής (ψευδώνυμο τοῦ στρατηγοῦ Γεωργίου Γρίβα, Κυπρίου στήν καταγωγή), διαβάζουμε: «Μέ τήν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ, μέ πίστιν εἰς τόν τίμιον ἀγῶνα μας, μέ τήν συμπαράστασιν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί μέ τήν βοήθειαν τῶν Κυπρίων ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΤΙΝΑΞΙΝ ΤΟΥ ΑΓΓΛΙΚΟΥ ΖΥΓΟΥ, μέ σύνθημα ἐκεῖνο, τό ὁποῖον μᾶς κατέλιπαν οἱ πρόγονοί μας ὡς ἱεράν παρακαταθήκην: “ Ἤ ΤΑΝ Ἤ ΕΠΙ ΤΑΣ”».

Μιά χούφτα ἀπόλεμα παιδιά, τά περισσότερα ἀπό τά Κατηχητικά Σχολεῖα τῆς Κύπρου, πιάνουν τά λιανοντούφεκα καί γονατίζουν καί ἐξευτελίζουν γιά τέσσερα χρόνια τήν ὑπερφίαλη Βρεττανική Αὐτοκρατορία. Σαράντα χιλιάδες στρατό παρέταξαν οἱ Ἄγγλοι, φυλακίσεις, ἐξορίες, τρομοκρατία στό νησί... καί ὅμως ἔτρεμαν καί τήν σκιά τους!

«Νά ποῦμε ὅτι ὁ ἀγῶνας τῆς ΕΟΚΑ εἶναι ὁ ἡρωικώτερος ἀγῶνας τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας; Μποροῦμε νά τό ποῦμε. Ὁ ἡρωισμός σ’ ὅλες τίς δοξασμένες στιγμές τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας εἶναι ἕνας. Καί στούς ἄλλους λαούς ὁ ἡρωισμός εἶναι ἕνας. Ὅμως ὁ ἡρωισμός τῶν ἀγωνιστῶν τῆς ΕΟΚΑ ἔχει εἰδοποιό διαφορά, γιατί ἀποτελεῖ τή συνισταμένη ὅλων τῶν ἡρωισμῶν τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας. Ὁ ἀγῶνας τῆς ΕΟΚΑ εἶναι ὁ ἑλληνικώτερος ἀγῶνας τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας. Σέ κανένα ἄλλο ἀγῶνα δέν ἔγινε ἔμπρακτο βίωμα ὅλη ἡ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος. Οἱ ἀγωνιστές κατακυρώνουν τήν ταυτότητά τους, πραγματοποιῶντας τήν ἑλληνική ἱστορία. Κάνουν ὅ,τι ἔκαναν οἱ Ἕλληνες. Δέν θέλουν νά παρεκκλίνουν οὔτε κατά ἰῶτα ἕν. Εἶναι Ἕλληνες οἰκουμενικοί. Ὅλα εἶναι δικά τους: τό «μολών λαβέ», τό «ἤ τάν ἤ ἐπί τᾶς», ὁ Παρθενών, ἡ ὀρθόδοξη πίστη τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἁγία Σοφία, ὁ δικέφαλος ἀετός, ἡ ἑλληνική σημαία, ἡ ἑλληνική δάφνη, ὁ ἐθνικός ὕμνος, ὁ ἑλληνικός θάνατος». (Μενέλαος Χριστοδούλου, ΕΟΚΑ _ὁ ἑλληνικός ἀγῶνας ἐκδ. «Αἰγαῖον», Λευκωσία 2011, σελ. 23-24).

Γρηγόρης Αὐξεντίου, Κυριάκος Μάτσης, Μιχαήλ Καραολῆς, Μάρκος Δρᾶκος, Στέλιος Μαυρομάτης, Ἀνδρέας Ζάκος, Μιχαήλ Κουτσόφτας, Ἀνδρέας Παναγίδης καί ἄλλοι πολλοί ἥρωες, δικοί μας  Ἕλληνες τῆς Κύπρου, πού κοσμοῦν τό Συναξάρι τοῦ Γένους.

Ὁ Μάτσης, τοῦ ὁποίου προτομή βρίσκεται μπροστά ἀπό τήν Γεωπονική Σχολή τοῦ ΑΠΘ, τῆς ὁποίας ὑπῆρξε φοιτητής, ὅταν ὁ περιβόητος ἐκεῖνος στρατάρχης τῶν Ἄγγλων καί κυβερνήτης τῆς Κύπρου, ὁ Χάρντιγκ, τοῦ πρόσφερε ἕνα ἀμύθητο ποσό γιά νά προδώσει τόν Διγενή, ἀπάντησε: «Οὐ περί χρημάτων τόν ἀγῶνα ποιούμεθα, ἀλλά περί ἀρετῆς!». Ἔπεσε μαχόμενος στίς 19 Νοεμβρίου 1958, στό κρησφύγετό του, στό Δίκωμο.

Ὁ 22χρονος  Ἰάκωβος Πατάτσος, «ὁ ἅγιος τοῦ Κυπριακοῦ Ἀγώνα», γράφει γράμμα στίς 8-8-1956 στή μάνα του λίγο πρίν ὁδηγηθεῖ στήν ἀγχόνη ἀπό τούς Ἄγγλους. Ἐπιστολή πού μοσχοβολᾶ φιλοπατρία καί πίστη ἀκράδαντη στόν Χριστό. Ὅπως οἱ ἥρωες τοῦ ’21, ἔτσι καί τῆς ΕΟΚΑ ἀγωνίζονταν «γιά τοῦ Χριστοῦ τήν πίστη τήν ἁγία καί τῆς πατρίδος τήν ἐλευθερία».

 «Ἀγαπημένη μου μητέρα,

Χαῖρε!Εὑρίσκομαι μεταξύ ἀγγέλων. Τώρα ἀπολαμβάνω τούς κόπους μου. Τό πνεῦμα μου φτερουγίζει γύρω ἀπό τόν θρόνον τοῦ Κυρίου. Θέλω νά χαίρης ὅπως κι ἐγώ. Ἄν κλαίης θά λυποῦμαι. Τ’ ὄνομά σου θά γραφῆ στήν ἱστορία, γιατί ἐδέχθης νά θυσιασθῆ τό παιδί σου γιά τήν Πατρίδα. Εἶναι καιρός τώρα νά καμαρώσης τό παιδί σου. Εὑρίσκεται ἐκεῖ ψηλά ὅπου ψάλλουν οἱ ἄγγελοι.

Χαῖρε, ἀγαπημένη μου μητέρα. Μή κλαίης, γιά ν̓ ἀκούσης τήν ἀγγελική φωνή μου, πού ψάλλει Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ. Ψάλλε καί σύ μαζί μου. Ψάλλε, προσεύχου, δόξαζε τόν Θεόν σ’ ὅλην σου τήν ζωήν» (Σπύρου Παπαγεωργίου, Διά χειρός ἡρώων, ἐκδ. Κ. Ἐπιφανίου», Λευκωσία 1968, σελ. 213).

Τόν Ἀνδρέα Παναγίδη, 23 χρονῶν, πατέρα τριῶν παιδιῶν, τόν κρέμασαν οἱ Ἄγγλοι στίς 21 Σεπτεμβρίου 1956. Γράφει στό τελευταῖο γράμμα του πρός τά παιδιά του:

«Σᾶς εὔχομαι, ἀγαπημένα μου παιδιά, νά γίνετε καλοί Χριστιανοί καί καλοί Ἕλληνες Κύπριοι. Ἀκολουθῆστε πάντα τό δρόμο τῆς ἀρετῆς». Τήν προηγούμενη τῆς ἐκτέλεσής του γράφει:

«Τώρα πού ξέρω ὅτι σέ μιά μέρα θ’ἀντικρίσω τήν ἀγχόνη, ἔχω διπλάσιο θάρρος ἀπό πρίν. Ὁ Χριστός εἶναι πάντα συντροφιά στά κελλιά μας. Ὁ Χριστός μᾶς γεμίζει τήν καρδιά μέ ἀληθινή χαρά. Παρακαλοῦμε τόν Θεό νά μᾶς σώσει ὄχι τό σῶμα, ἀλλά τήν ψυχή». (Διά χειρός ἡρώων, σελ. 220-221).

Ὅσοι θέλουν νά μάθουν τί εἶναι ἡρωισμός, ἀγάπη ἀληθινή γιά τήν Ἑλλάδα καί πίστη «ἄχρι θανάτου» πρός τόν Χριστό, ἄς διαβάσουν τίς ἐπιστολές τῶν 13 ἡρωομαρτύρων πού εἶναι θαμμένοι στήν καρδιά τῆς Κύπρου, στά «Φυλακισμένα Μνήματα». Ἦταν κατά τήν διάρκεια τοῦ Ἀγῶνα ἕνα μικρό κοιμητήριο στίς Κεντρικές Φυλακές τῆς Λευκωσίας, ὅπου ἔθαβαν τά ἀπαγχονισμένα παλληκάρια καί τίς ἡγετικές μορφές τῆς Ἐθνικῆς Ὀργάνωσης Κυπρίων Ἀγωνιστῶν πού σκοτώνονταν σέ μάχες. Ἐκεῖ οἱ Ἄγγλοι κατακτητές βασάνιζαν ἀπάνθρωπα, μέ τήν βοήθεια Τούρκων δημίων, τούς «τρομοκράτες τῆς ΕΟΚΑ» -ὅπως ἀκόμη μέχρι σήμερα τούς ἀποκαλοῦν, οἱ ἀμετανόητοι ἀποικιοκράτες. Διαβάζω:

«Στό κελλί ὁ κρατούμενος, πού τόν πηγαινοέφερναν στόν θάλαμο βασανιστηρίων, παρακαλοῦσε τούς συντρόφους του νά τόν σκοτώσουν. “Δέν θά ἀντέξω ἄλλο στά βασανιστήρια καί θά προδώσω”, τούς ἔλεγε. Ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν: “Θά σέ πάρουν ἀκόμη μιά φορά καί τώρα θά εἶναι τά μεγάλα βασανιστήρια. Ἄν ἀντέξῃς, θά εἶσαι ἥρωας, ἄν λυγίσῃς, θά εἶσαι προδότης. Οἱ Ἕλληνες βασανίζονταν ἀπό τούς Γερμανούς καί ἄντεχαν. Πήγαινε καί θά προσευχόμαστε γιά σένα”. Ὅταν ἔπειτα ἀπό ὥρα τόν ἔφεραν πίσω καί τόν πέταξαν στό κελλί, ξεδοντιασμένο, ξενυχιασμένο, τσουρουφλισμένο, σήκωσε τό κεφάλι καί τραύλισε: “Εἶμαι ἥρωας, εἶμαι ἥρωας!”» (υπηρέτησε ὡς ἔφεδρος ἀξιωματικός τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ καί στό χωριό Ἀκρίτας τοῦ Κιλκίς γύρω στό 1952. Προσπάθησε νά μπεῖ στή σχολή Εὐελπίδων, ἀλλά ἀπορρίφθηκε λόγῳ... ὀρθογραφίας! Δέν γνώριζε τήν καθαρεύουσα γλῶσσα. Ἤξερε ἄλλη γλῶσσα... Δέν φωτίζει μέ τόν λόγο του, ἀλλά μέ τό κορμί του. Δέν λέει λόγια ἐμπρηστικά, γίνεται ὁ ἴδιος λαμπάδα. «Βγές ἔξω, παραδώσου νά σωθεῖς», τοῦ φώναζαν 5.000 Ἄγγλοι ἔξω ἀπό τό κρησφύγετό του κοντά στή Μονή Μαχαιρᾶ. «Μολών λαβέ» ἀποκρινόταν. Τόν ἔκαψαν καί ἔγινε ὁλοκαύτωμα. Καί πῆρε ὁ ἀντρειωμένος τόν δρόμο πρός τήν λευτεριά.

Θά πάρω μιάν ἀνηφοριά
θά πάρω σκαλοπάτια
νά βρῶ τά μονοπάτια
ποῦ πᾶν στή λευτεριά

Εἶναι στίχοι τοῦ Εὐαγόρα Παλληκαρίδη, τοῦ 19χρονου μαθητῆ τοῦ Ἑλληνικοῦ Γυμνασίου τῆς Πάφου, τόν ὁποῖο κρέμασαν οἱ Άγγλοι στίς 14 Μαρτίου τοῦ 1957.

Στό ἄκουσμα τοῦ θανάτου, τῆς δολοφονίας τοῦ Εὐαγόρα Παλληκαρίδη, ὁ σπουδαῖος Δωδεκανήσιος λογοτέχνης Φώτης Βαρέλης, ἔγραψε ἕνα ἐξαίσιο ποίημα, τό ὁποῖο ὁ ραδιοσταθμός τῆς Λευκωσίας τό μετέδωσε τότε ὡς δημοτικό κυπριακό τραγούδι. Τό παραθέτω, ἀλλά πρῶτα νά σημειώσω τήν ἀπάντηση τῆς μάνας του, ὅταν πῆγαν οἱ Ἄγγλοι νά τήν δελεάσουν μ’ ἕνα τεράστιο ποσό, γιά νά πιέσει τόν γυιό της νά προδώσει. Ἀπάντησε ἀγέρωχα ἡ Ρωμιά, Ἑλληνίδα μάνα:

Ἐγώ δέν ἐγέννησα παιδί νά τό λαλοῦν προδότη
χαλάλι τῆς πατρίδας μου τό αἷμα τοῦ παιδιοῦ μου.
Ἐψές πουρνό μεσάνυχτα στῆς φυλακῆς τή μάντρα
μές στῆς κρεμάλας τή θελιά σπαρτάραγε ὁ Βαγόρας.
Σπαρτάρησε,ξεψύχησε, δέν τ̓ ἄκουσε κανένας. ­
Ἡ μάνα του ἦταν μακριά, ὁ κύρης του δεμένος,
οἱ νιοί συμμαθητάδες του μαῦρο ὄνειρο δέν εἶδαν,
ἡ νιά πού τόν ὁρμήνευε δέν εἶχε νυχτοπούλι.
Ἐψές πουρνό μεσάνυχτα θάψαν τόν Εὐαγόρα.
Σήμερα Σάββατο ταχιά ὅλη ἡ ζωή σάν πρῶτα.
Ἐτοῦτος πάει στό μαγαζί, ἐκεῖνος πάει στόν κάμπο,
ψηλώνει ὁ χτίστης ἐκκλησιά, πανί ἁπλώνει ὁ ναύτης,
καί στό σκολειόν ὁ μαθητής συλλογισμένος πάει.
Χτυπᾶ κουδούνι, μπαίνουνε στήν τάξη του ὁ καθένας.
Μπαίνει κι ἡ Πρώτη ἡ ἄταχτη κι ἡ Τρίτη πού διαβάζει,
μπαίνει κι ἡ Πέμπτη ἀμίλητη, ἡ τάξη τοῦ Εὐαγόρα.
–Παρόντες ὅλοι;
–Κύριε, ὁ Εὐαγόρας λείπει.
–Παρόντες, λέει ὁ δάσκαλος· καί μέ φωνή πού τρέμει:
–Σήκω, Εὐαγόρα, νά μᾶς πεῖς ἑλληνική ἱστορία.
Ὁ δίπλα, ὁ πίσω, ὁ μπροστά, βουβοί καί δακρυσμένοι,
ἀναρωτιοῦνται στήν ἀρχή, ὥσπου ἡ σιωπή τούς κάμνει
νά πέσουν μ’ ἀναφιλητά ἐτοῦτοι κι ὅλη ἡ τάξη.
–Παλληκαρίδη, ἄριστα, Βαγόρα, πάντα πρῶτος,
στούς πρώτους πρῶτος, ἄγγελε πατρίδας δοξασμένης,
σύ μέχρι χθές τῆς μάνας σου ἐλπίδα κι ἀποκούμπι,
καί τοῦ σχολειοῦ μας σήμερα, Δευτέρα Παρουσία.
Τά ̓πε κι ἁπλώθηκε σιωπή πά̓ στά κλαμμένα νιάτα,
πού μπρούμυτα γεμίζανε τῆς τάξης τά θρανία,
ἔξω ἀπ’ ἐκεῖνο τ’ ἀδειανό, παντοτινά γεμάτο.

Αὐτό τό ἀριστούργημα περιεχόταν στό παλιό -πρό τοῦ 2006- βιβλίο Γλώσσας τῆς Στ΄ Δημοτικοῦ, στό γ΄ τεῦχος. Δέν ἄρεσε στά κνώδαλα τοῦ πολυπολιτισμοῦ, στούς προσκυνημένους νενέκους-τοῦ Παιδαγωγικοῦ  Ἰνστιτούτου, τό ἔκριναν προφανῶς ὡς ἐθνικιστικό!  Γιά ἥρωες θά μιλᾶμε τώρα; Αὐτά εἶναι παρωχημένα, στερεότυπα. Αἵματα, κόκκαλα καί θάνατοι γιά τήν Πατρίδα, τρομάζουν τά παιδιά -ἔτσι μοῦ εἶπε κάποιος ἀνεπρόκοπος κάποτε, ὅταν ἀντίκρισε τά καμμιά 15αριά κάδρα ἡρώων πού ἔχω ἀναρτημένα πάντοτε στήν τάξη μου! Ἐνῶ οἱ «συνταγές μαγειρικῆς» τά γαληνεύουν. Καί καταντήσαμε νά διδάσκουμε στήν Στ΄Δημοτικοῦ τόν ἡρωισμό μέσῳ ἑνός κειμένου μέ τίτλο «ἡ... Σόνια ἡ γάτα»!

Ἄχ, δυστυχισμένη πατρίδα! «Τήν Ἑλλάδα θέλομεν κι ἄς τρώγωμεν πέτρες», ἔγραφε κάποτε στούς τοίχους τῶν σπιτιῶν ἡ ἀδάμαστη ἐκείνη γενιά τῶν Ἑλλήνων τῆς Κύπρου. Σήμερα «τρώγωμεν» τήν Ἑλλάδα... «δειλοί, μοιραῖοι κι ἄβουλοι ἀντάμα» (Κ. Βαρνάλης), παρακολουθοῦμε τόν ἐξισλαμισμό της!! Τζαμιά στήν Ἀθήνα, Ἰσλαμικές Σπουδές στήν Θεολογική Σχολή τοῦ ΑΠΘ, ὀρδές μουσουλμάνων λαθρομεταναστῶν σ’ ὅλη τήν  Ἑλλάδα, γιατί ἔτσι ἀποφάσισε ὅλο αὐτό τό νεοταξικό συνονθύλευμα πού μᾶς κυβερνᾶ. Ἀκυρώθηκε πιά ἡ Ἐπανάσταση τοῦ ’21!!

Νά πᾶμε ὅλοι μας στούς τάφους τῶν ἡρώων μας, νά κλάψουμε πικρά καί νά βροντοφωνάξουμε:

«Σήκω Εὐαγόρα, σήκω Γρηγόρη, σήκω Παῦλε, σήκω Μάρκο καί Κωνσταντῖνε καί Νικηφόρε καί Λεωνίδα, νά μᾶς πεῖτε ἑλληνική ἱστορία...».

Και πρός τους Τούρκους εισβολείς τους ωραίους στίχους του Κ. Μόντη: "

"Κι αυτή η σελήνη η ματωμένη και μισή / που μας την κουβαλήσατε! / Αλήθεια πέστε μου μετρήσατε / πόσοι άλλοι πέρασαν από το νησί / πριν από εσάς πανίσχυροι κ' επιφανείς / κι ούτε δείγμα καν δεν έμεινε κανείς;". »

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε το 2015 στο περιοδικό "ΑΦΥΠΝΙΣΗ" της Ι.Μ. Οσίου Νικοδήμου, Πάικου Κιλκίς)

Πηγή μας:



 Καλή Ανάσταση Ελλάδα μας!


Πέμπτη 29 Μαρτίου 2018

«Ο Θεός δεν τιμωρεί, δεν είναι κάποιο κομπλεξικό πλάσμα που θέλει να υποφέρουμε!»




«Ο Θεός δεν τιμωρεί, δεν είναι κάποιο κομπλεξικό πλάσμα που θέλει να υποφέρουμε. Ο Θεός δεν ζητά εκδίκηση για τις αμαρτίες μας. Ο Θεός δεν είναι κακός. Δεν στέλνει τον καρκίνο σε παιδάκια και μεγάλους, δεν σκοτώνει σε τροχαία οικογένειες, δεν δημιουργεί πολέμους, δεν στερεί την τροφή σε λαούς, δεν χωρίζει ανδρόγυνα. Ο Θεός είναι Αγαθός, είναι Αγάπη.
----------------------------
Δυστυχώς όμως επειδή πολλές φορές παρουσιάζεται έτσι ο Θεός, γι' αυτό και πολλοί άνθρωποι τον απορρίπτουν. Ουσιαστικά απορρίπτουν όχι τον Αληθινό Θεό αλλά τον Θεό που οι άνθρωποι παρουσιάζουν ως αληθινό.
----------------------------
Ο Αληθινός Θεός θέλει τη σωτηρία μας και όχι το κακό μας, θέλει να συγχωρεθούμε μαζί Του αιώνια και όχι να μας κολάσει επειδή προσβλήθηκε με την ανομία μας. Δεν παραμονεύει ο Θεός όταν αμαρτήσουμε να στείλει κάποιο κακό. Δεν είναι εμπαθής ο Θεός όπως εμείς. Ο Θεός δεν είναι μικρόψυχος όπως εμείς. Ο Θεός είναι αρχοντικός. Η αγάπη Του είναι αρχοντική.
----------------------------
Βεβαίως κάποιοι θα υποστηρίξουν ότι ο Θεός αφού είναι Παντοδύναμος φέρει ευθύνη για όλα τα κακά του κόσμου αυτού, μιας και θα μπορούσε -με την Παντοδυναμία Του- να τα αποτρέψει.
----------------------------
Κατ΄αρχήν ο Θεός δεν σκέφτεται όπως εμείς και γι'αυτό δεν επεμβαίνει όταν το θέλουμε εμείς και όπως θεωρούμε εμείς σωστό και δίκαιο.
Κατα δεύτερον, ο Θεός δεν είναι κοντόφθαλμος όπως εμείς. Ο Θεός δεν θέλει απλά να είμαστε καλά εδώ στη γη αλλά να σωθούμε αιωνίως γι'αυτό και ο Θεός επιτρέπει να συμβούν κάποια πράγματα που με το μυαλουδάκι μας τα θεωρούμε κατάρες. Άλλο είναι να λέμε ότι ο Θεός στέλνει το κακό και άλλο ότι ο Θεός επιτρέπει κάποια δοκιμασία που θα έρθει στην ζωή μας για να ξυπνήσουμε από τον πνευματικό λήθαργο που έχουμε περιπέσει.
----------------------------
Τίποτα από μόνο του δεν είναι κακό αρκεί βεβαίως να τοποθετηθούμε σωστά σ' αυτό που συμβαίνει. Μια αρρώστια από κατάρα μπορεί να γίνει ευλογία όταν γίνει η αφορμή να βάλουμε αρχή μετανοίας και έργων αγαθών, αποκτώντας συμπόνοια για τους πάσχοντες ανθρώπους. Ένας χωρισμός μπορεί να γίνει η αφορμή όχι για να πληγωθούμε αλλά για να ταπεινωθούμε, να αποδεχθούμε ότι αποτύχαμε και να γίνουμε σοφότεροι, να πάψουμε να επιδιώκουμε να νικήσουμε τον άλλον σε μια διαφωνία και να προσπαθούμε να τα βρούμε με τον άλλον (αν είναι εφικτό) με φρόνημα συγχωρετικότητας και κατανόησης. Ένας θάνατος, ενός οικείου προσώπου, από γεγονός που μπορεί να μας εγκλωβίσει στην κατάθλιψη, μπορεί να μας οδηγήσει στην συνειδητοποίηση της εύθραυστης ζωής μας, στην καλλιέργεια της προσευχής, στην μνήμη του θανάτου που θα μας κάνει να δούμε σοβαρά -και να εκτιμήσουμε- την ζωή μας.
----------------------------
Πολλά μπορούμε να πούμε όμως το ζητούμενο δεν είναι να πείσουμε ότι ο Θεός δεν φταίει, αλλά να δούμε πως εμείς μπορούμε να προοδεύσουμε πνευματικά μέσα από τις διάφορες δοκιμασίες της ζωής μας.
----------------------------
Εάν προσεγγίζουμε την ζωή μας με κοσμικό φρόνημα, αναζητώντας λογικές απαντήσεις, ψάχνοντας ενόχους, δικαιολογώντας τον εαυτούλη μας, τότε οι δοκιμασίες θα αντιμετωπίζονται πάντοτε ως κατάρες. Εάν όμως καταλάβουμε ότι το ζητούμενο αυτής της ζωής είναι να βρούμε τον Χριστό και όχι επίγεια ευτυχία, εάν καταλάβουμε ότι το ζητούμενο είναι η σωτηρία μας και όχι το βόλεμά μας τότε θα βλέπουμε τον σταυρό μας ως δρόμο προς την ανάστασή μας και τον Θεό όχι ως φοβερό μέσα στην Παντοδυναμία Του αλλά ως φοβερό μέσα στην Αγάπη Του, ως τον Πατέρα που υπομένει τα λάθη μας και περιμένει την επιστροφή μας.»


αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

Πηγή μας:


Κυριακή 25 Μαρτίου 2018

«Το παιδευτικό, πατριωτικό και ανακαινιστικό έργο της Εκκλησίας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και κατά τον αγώνα του 1821»


«Το παιδευτικό, πατριωτικό και ανακαινιστικό έργο της Εκκλησίας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και κατά τον αγώνα του 1821»

Μιχαήλ Χούλη
Θεολόγου

«Ελληνισμός και Χριστιανισμός σταδιακά συνδέονταν ολοένα και πιο στενά στην ιστορία -όχι χωρίς φιλοσοφικο-θρησκευτικές αντιδικίες στην αρχή- και δημιούργησαν τελικά το αθάνατο μόρφωμα ιδιαίτερα της ΕλληνΟρθοδοξίας. Από τα χρόνια ήδη της Ρωμανίας-Βυζαντίου, η Εκκλησία οικειοποιήθηκε την πνευματική κληρονομιά της αρχαίας φιλοσοφίας και χρησιμοποίησε την ορολογία της για τη διαμόρφωση της χριστιανικής δογματικής διδασκαλίας (Αλ. Σαββίδη, «Ιστορία του Βυζαντίου», τ. α΄, εκδ. Πατάκη, έκδ. γ΄, Αθ. 2001, σελ. 67). Για τον Ρώσο  ιστορικό Ostrogorsky «ο ελληνικός πολιτισμός παρέμεινε πάντα το θεμέλιο της πνευματικής ζωής» στο Βυζάντιο (Ανδρέα Κεφαλληνιάδη, «Μια τάξη γεμάτη απορίες», εκδ. Φωτοδότες, σελ. 63).

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, το Πατριαρχείο ήταν που φρόντιζε για την παιδεία του Γένους. Οι Τούρκοι δεν ήθελαν να μορφώνονται οι υποδουλωμένοι Έλληνες ώστε να χάσουν έτσι σιγά σιγά την εθνική και εκκλησιαστική τους ταυτότητα. Οι νεομάρτυρες όμως τόνωσαν την εκκλησιαστική συνείδηση των υπόδουλων ρωμιών. Ήσαν καθημερινοί άνθρωποι, που όταν όμως τούς ζητήθηκε, δεν αρνήθηκαν την πίστη τους και προτίμησαν να πεθάνουν «για του Χριστού την πίστη την αγία» και την εθνική τους υπερηφάνεια, ιδιότητες αξεδιάλυτες. Ο άγιος Ιωάννης ο Ράπτης π.χ., νέο παιδί από τη Θάσο, δεν δέχτηκε να γίνει Τούρκος και να αλλαξοπιστήσει, όπως ο Βεζύρης τον παρότρυνε γιατί τον λυπήθηκε, αλλά προτίμησε τον αποκεφαλισμό (1652). Η δε αγία Χρυσή, για να μη γίνει θύμα αρπαγής και βιασμού από έναν Τούρκο και εξισλαμιστεί, προτίμησε το θάνατο (1795).

Με το Ψαλτήρι και την Οκτώηχο, μέσα από αμέτρητες δυσκολίες, και εκεί που επέτρεπαν οι περιστάσεις, στο «κρυφό σχολειό», με το ζήλο των μοναχών και ιερέων, η Εκκλησία κατάφερε να κρατήσει τις παραδόσεις, την χριστιανική πίστη και το φρόνημα των Ελλήνων. Πράγματι, τη σκοτεινή περίοδο 1480-1530, οπότε δεν λειτουργούσαν σχολεία στις υπό των Τούρκων εξαρτώμενες ελληνικές περιοχές, οι κληρικοί ήσαν εκείνοι που πήραν την πρωτοβουλία και μόρφωσαν όσα παιδιά μπορούσαν (βλ. Χρ. Κάτσικα- Κ. Θεριανού, ‘Ιστορία της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης’, εκδ. Σαββάλας, 2004, σελ. 19). Ο ακαδημαϊκός Δ. Κόκκινος γράφει: «Ο παπάς κάτω από το ράκος του ράσου του κρατεί το Ψαλτήρι και πηγαίνει να μάθη τα παιδιά να διαβάζουν …. Ο κλήρος υπήρξεν καί ο οδηγός του Έθνους καί το στήριγμά του» (‘Ελληνική Επανάσταση’, τ. Α΄, Αθ. 1956, σελ. 25,37). Ο μαρξιστής ιστορικός Νίκος Σβορώνος, για το εθνικο-ανυψωτικό έργο της Εκκλησίας, γράφει: «Η Εκκλησία… θα συνεχίσει το έργο της ανασυγκρότησης της πνευματικής ζωής των Ελλήνων …. Υπήρξε η κατευθυντήρια γραμμή του Έθνους. Επικεφαλής της εθνικής αντίστασης σ’ όλες τις μορφές της, εργαζόμενη για το σταμάτημα των εξισλαμισμών, συμμετέχοντας σ’ όλες τις εξεγέρσεις, ακόμη και διευθύνοντάς τες …. ρυθμίζει επίσης την πνευματική ζωή» (‘Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας’, εκδ. Θεμέλιο, σελ. 49).

Η εν Χριστώ ελευθερία που μετέδιδε η Εκκλησία, και κράτησε Τριαδοκεντρικά ενωμένους τους Έλληνες σε τόσο αντίξοες περιστάσεις, εκφραζόταν δια πλήθους εκδηλώσεων της καθημερινής ζωής, όπως τα πανηγύρια, το χορό, το κοινοτικό πνεύμα γενικά, τις γιορτές. Οι διδαχές ακόμη φωτισμένων ιερέων (οι οποίοι σπούδασαν στην Ευρώπη, αρκετοί και τις φυσικές επιστήμες), όπως του Ηλία Μηνιάτη, του Ευγένιου Βούλγαρη, του Νικηφόρου Θεοτόκη κ.α. βοήθησαν τον ελληνικό λαό να εγκολπωθεί την ειρήνη, την ενότητα, την εντιμότητα, την ενάρετη ζωή. Ο Ν. Σάθας δηλώνει ότι από τους 1.500 λόγιους της εποχής εκείνης, πάνω από τους 1.000 ήσαν κληρικοί (Ιω. Αλεξίου, ‘Πνοές πίστεως’, Αθ. 1971, σελ. 16). Οι άνθρωποι αυτοί καλλιέργησαν στους συμπατριώτες τους πύρινη αγάπη προς την πατρίδα και εξίσου προς ελευθερία και χριστιανική ζωή. Αξίως λοιπόν ο σοφός Σπ. Ζαμπέλιος δηλώνει: «Άνευ του Χριστιανισμού το όνομα της Ελλάδος δεν ήθελεν ίσως υπάρχει σήμερον ή εντός βιβλιοθηκών» (‘Οικοδόμοι πολιτισμού’, σελ. 304).  Και ο σπουδαίος ιστορικός Κάρολος Ντιλ έγραψε ότι η Εκκλησία «μαζί με την Ορθοδοξίαν διεφύλαξε καί την ελληνική εθνικότητα καί την ελληνικήν παιδείαν» (‘Οικοδόμοι’, σελ. 306). Στο κήρυγμά του ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, που μετέδιδε φλόγα πίστεως και εθνικού φρονήματος σ’ όλη την Ελλάδα, παρακινούσε τη χρηματοδότηση σχολείων και ναών, καθώς και σε μυστηριακή ζωή και θύμηση των γενναίων προγόνων μας.

Όχι μόνο 49 ονόματα κληρικών γνωρίζουμε που ήταν μέλη της Φιλικής Εταιρείας, αλλά και ο Σαλώνων Ησαΐας, ο Παπαφλέσσας, ο Αθανάσιος Διάκος, οι φυλακισμένοι κληρικοί της Τριπολιτσάς, της Λάρισας και της Κρήτης, καθώς και αμέτρητοι κληρικοί που έλαβαν μέρος στην Επανάσταση μαζί με το λαό, οδήγησαν τον αγώνα για ανεξαρτησία σε δρόμο ανόδου και ελευθερίας. Σε 11 προεπαναστάσεις, πριν την κορυφαία του ‘21, ο Ορθόδοξος κλήρος παρέσχε την έναρξη και τους πεσόντες μάρτυρες. Από όλους τους πατριάρχες που «ενθρονίστηκαν από την Άλωση και ως τον Αγώνα, μόνο 13 έκλεισαν ήρεμα τα μάτια τους. Όλοι οι άλλοι πέθαναν πνιγμένοι, μαχαιρωμένοι, κρεμασμένοι, φυλακισμένοι, εξόριστοι» (Μιχ. Περάνθη, «Το Εικοσιένα», εκδ. Εστίας, σελ. 72). Ο Πουκεβίλ, γάλλος πρόξενος, σημειώνει ότι 6.000 ρασοφόροι έπεσαν στον αγώνα για ελευθερία. Αλλά και ο Πρόξενος της Ιταλίας, Ντομένικο Οριγκόνο, αναφέρει ότι οι Τούρκοι προσπαθούσαν να συλλάβουν τους περισσότερους ιερείς, θεωρώντας τους εμψυχωτές της επανάστασης.

Πρώτος εξάλλου ύψωσε τη σημαία της Επαναστάσεως ο Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός. Διακριθέντες στον αγώνα κληρικοί υπήρξαν οι Βρεσθένης Θεοδώρητος, Άνθιμος Γαζής, Νεόφυτος Βάμβας, Κύπρου Κυπριανός, Γρηγόριος ο Ε΄. «Η θηλιά του πατριάρχη» ήταν και είναι εξοχότατο παράδειγμα αυτοθυσίας υπέρ του έθνους του. Διότι αν και του δόθηκε η δυνατότητα, ο πατριάρχης Γρηγόριος δεν εγκατέλειψε το ποίμνιό του, αλλά όπως διέσωσε ο Τερτσέτης, απάντησε στους προκρίτους: «Μη με προτρέπετε να φύγω… Ο θάνατός μου θα ωφελήση περισσότερον παρά η ζωή μου… Μετά τινας ημέρας, ίσως τα ψάρια θα φάνε εμάς» (ήτο τότε Κυριακή των Βαΐων) (βλ. Ν. Νευράκη, ‘25 Πανηγυρικοί Λόγοι’, Αθ. 1975, σελ. 68-72). Ο Κολοκοτρώνης, σε ένα του λόγο στην Πνύκα, αναφέρει: «Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να τη στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα, είπαμε πρώτα υπέρ Πίστεως και έπειτα υπέρ Πατρίδος» (Τερτσέτης, Άπαντα, τόμ. Γ΄, Αθ. 1953, σελ. 255-256). Ο Έλληνας άλλωστε ποτέ δεν ξεχώρισε ιστορικά τη θρησκεία του από τη ζωή του, αρχής γενομένης από τον αθάνατο Όμηρο. Γι’ αυτό και η Ελληνική Επανάσταση έγινε «στο όνομα του Χριστού και της Ελλάδας». Μάλιστα ο γενναίος Κανάρης και ο ατρόμητος Μιαούλης έπαιρναν δύναμη για τους ηρωικούς αγώνες τους από την εικόνα της Θεοτόκου και τον Τίμιον Σταυρόν, όπως εκείνοι δήλωσαν και έδειχναν στη ζωή τους. Ο δε Ρήγας βροντοφώνησε: «Ελάτε μ’ ένα ζήλο σε τούτο τον καιρό, να κάμωμεν τον όρκο επάνω στο Σταυρό».

Ο ακαδημαϊκός Σπ. Μελάς, αλλά και ο πολύς Σπ. Ζαμπέλιος και ο μεγάλος Κ. Παπαρρηγόπουλος, προσυπέγραψαν στα έργα τους ότι μοναδική υπήρξε πάντοτε η σύνδεση  Ελληνισμού-Χριστιανισμού και η σωτηρία δια της Εκκλησίας (βλ. Ε. Πρωτοψάλτη, όπου ανωτέρω, σ. 102). Η Εκκλησία παρέλαβε από τον Ελληνισμό τα πλουσιότερα στοιχεία, τα επεξέτεινε, τα μεταστοιχείωσε, τα εκχριστιάνισε, τα έκανε τρόπο ζωής και φαίνονται πράγματι έντονα στη ζωή και το θάνατο των μαρτύρων, των αγίων, των Ομολογητών της πίστεως, στη διδασκαλία των Πατέρων, αλλά και των πιστών χριστιανών επί Τουρκοκρατίας, που δεν τα πρόδωσαν παρά προτίμησαν να πεθάνουν, προβάλλοντας δια της ζωής και της θυσίας τους ότι τα αθάνατα ιδανικά της χριστιανικής πίστης και του πατριωτισμού, αν ενωθούν συνειδησιακά -όπως άλλωστε βιώθηκαν και απ’ τους αγωνιστές του 1821- κάνουν θαύματα και αλλάζουν ουσιαστικά τον κόσμο και την ιστορία.»

Πηγή μας: