Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

"Μόνο ὁ Θεὸς τὸ ξέρει!"



άποτε ζοῦσε σ’ να χωρικάποιος φτωχὸς γέροντας, ποος εχε να μορφο λογο ποὺ τν βοηθοσε στς γεωργικές του σχολίες κα τ ποο ταν τόσο μορφο κα δυνατό, στε ταν γνωστ σ λη τ γύρω περιοχή.

Κάποια μέρα
νας πρίγκιπας, πο ντυπωσιάστηκε π τ φήμη κα τ παρουσιαστικ το λόγου, θέλησε ν τ γοράση, προσφέροντας στὸν γέροντα να πέρογκο ποσό. Ατός, μως, ρνήθηκε ν πουλήση τ γαπημένο του λογο, μ τ ποο εχε δεθ τόσα χρόνια, κα πέστρεψε στ χωριό του.

–Μὰ
καλά, εσαι νόητος; ρωτοσαν ο συγχωριανοί του. Πούλα τ λογο γι τ καλό σου, θ πιάσς πολλ χρήματα καὶ θ εσαι ετυχισμένος!
–Ἄ
αα, μένα τ λογο μ βοηθ στν ργασία μου… Κα ποιός ξέρει, τί εναι καλ κα τί κακό; παντοσε γέροντας. Μόνο ὁ Θες τ ξέρει!
Οἱ
μέρες περνοσαν κα τ λογο παρέμενε χώριστη συντροφι το γέροντα.

να πρω ξύπνησε καὶ εδε τι τ λογό του εχε φύγει.
Οἱ
συγχωριανοί του μαζεύτηκαν γι ν το κφράσουν τ λύπη τους•
–Τί μεγάλο κακὸ
πο σ βρκε! τώρα ποιός θ σ βοηθ στς δουλειές σου; σουν νόητος πο δν πούλησες τ λογο. Τώρα δν χεις οτε τ χρήματα οτε τὸ λογο.
γέροντας μ τ χαρακτηριστικ ρεμία του παντοσε•
–Καὶ
ποιός ξέρει, τί εναι καλ κα τί κακό; Μόνο ὁ Θες τ ξέρει!
Οἱ
χωριανο πομακρύνονταν νομίζοντας τι το γέρου το χει σαλέψει.
 
στερα π λίγες μέρες τὸ λογο πέστρεψε στ μάντρα το γέροντα, μαζ μ μερικὰ λλα πανέμορφα γρια λογα ποὺ εχε συναντήσει στ δάσος.
Μαζεύτηκαν ξανὰ
ο συγχωριανο κα το λεγαν•
–Τί τυχερὸ
ς πο εσαι! Σο τυχε μεγάλο καλό, φο τώρα χεις περισσότερα λογα ν σ βοηθον.
γέροντας τος πάντησε•
–Καὶ
ποιός ξέρει τί εναι καλὸ κα τί κακό; Μόνο ὁ Κύριος γνωρίζει! Πάντως, εἶμαι εχαριστημένος πο τ λογό μου γύρισε.
Οἱ
συγχωριανοί του τν κοίταζαν πάλι περιφρονητικά.

Μετὰ
π λίγες μέρες γυιός του, καβαλικεύοντας να π τ λογα, πεσε κ σπασε τ πόδια του, μένοντας νήμπορος.
Μαζεύτηκαν πάλι οἱ
χωριανο λέγοντας•

–Τί κακὸ
πο σ βρκε! Μ τ λογα πο ρθαν, χασες τελικ τ δεξί σου χέρι στς δουλειές –τ γυιό σου– πο ποφέρει τώρα π τος πόνους κα σως θ ποφέρη γι λη του τ ζωή.
γέρος παντοσε πάλι•
Ποιός ξέρει… μόνο ὁ
Θες γνωρίζει τί εναι καλ κα τί κακό!

Δὲ
ν πέρασε μι βδομάδα π ατ τ τύχημα καμία γειτονικὴ χώρα κήρυξε τν πόλεμο στ χώρα του. Πέρασε, λοιπόν, καὶ π τν πόλη του στρατς κα πιστράτευσε λους τος νέους ντρες τς πόλης.

Δὲ
ν πραν, φυσικά, τν γυιό του, πο εχε σπασμένα πόδια, κ τσι δν λαβε μέρος στς γριες μάχες πο κολούθησαν.

ρθαν πάλι ο συγχωριανο κα λεγαν•
–Εἶ
σαι πολ τυχερός, φο ο γυιο λων μας πνε ν σκοτωθον στν πόλεμο, ν σ θ χης τν γυιό σου πάντα κοντά σου.

Καὶ
γέροντας τος πάντησε μ τρυφερότητα:

μες ο νθρωποι δν ξέρουμε ποτέ ρκετά, γι ν κρίνουμε ν κάτι εναι ελογία συμφορά.κόμη, δελφοί μου, δν τ καταλάβατε• Μόνο ὁ Θες γνωρίζει τ καλ κα τ κακό μας!

Πρέπει λοιπὸ
ν ν δείχνουμε πόλυτη μπιστοσύνη στν Θεό μας, χι στ λόγια λλ μπρακτα! πάρχει ρα γε περίπτωσι, ν φεθομε πως να μικρ παιδ στ θέλημά Του, ν νιώσουμε ποτ θλίψη, γχος, στενοχώρια;"


Πηγή: